Πέρα Σιαβελιάνικα.

Έρημο παραμένει, χρόνια τώρα, το σπιτάκι στα Πέρα Σιαβελιάνικα, που έμενε ο γερο Βαγγέλης ο Χασάπης. Έρημο και σιωπηλό, αφού οι φωνές των παιδιών, έπαψαν ν΄ ακούγονται προ πολλού….., του Γιάννη, του Θανάση, της Νίτσας, της Τασίας, της Ευανθίας και της Τούλας…

Και δεν ήταν μόνο αυτά τα παιδιά, που έδιναν ζωή σε εκείνη την όμορφη γειτονιά του χωριού, αλλά και καμιά εικοσαριά ακόμη, όσα κατοικούσαν στα επτά σπίτια στα Πέρα Σιαβελιάνικα.

Ο Κώστας, η Ειρήνη και η Γεωργία, παιδιά του γεροΣωτήρου και της Κατίγκως Σιαβελή.

Η Πίτσα και η Βαγγελιώ, κόρες του Σοφιανού και της Αρετής.

Ο Αντώνης, η Πόπη και η Ελένη, παιδιά του Αντωνόγιαννη και της Μαριγώς.

Ο Κώστας και η Μαρία, παιδιά του Ντινόγιαννη και της Παρασκευής.

Η Σοφία, η Κική, η Καίτη και ο Κώστας, παιδιά του γεροθανάση Σιαβελή (Ξύδη) που έμεναν σε κείνο το χαμηλό σπιτάκι, πάνω απ΄ του γερο Βαγγέλη.

Κι ακόμη παλιότερα, ο Βασίλης, ο Στράτης, ο Αντώνης κι ο Δήμος, του Γιώργη και της Ελπίδας….

Ένα χωριό ολόκληρο στα Πέρα Σιαβελιάνικα.

Κάθε φορά που διαβαίνουμε έξω απ΄ τα  σπίτια εκείνης της γειτονιάς – τα περισσότερα ερειπωμένα – τ΄αυτιά μας βουίζουν απ΄ τις φωνές των παιδιών. Τα «βλέπουμε» να παίζουν τα μεσημέρια στις σαρωμένες αυλές, κάτω απ΄ τις κληματαριές, στις γούρνες και στα ρέματα, στα περιβόλια, στη Σγράβα, στ΄αλώνια και αλλού.

Σήμερα τα περισσότερα από κείνα τα παιδιά, που άλλοτε ζωντάνευαν με τις φωνές τους αυτή τη συνοικία, βρίσκονται διάσπαρτα σε μακρινές πόλεις και χωριά. Το σώμα τους θα εξακολουθεί να παραμένει εκεί, …. όχι όμως και το μυαλό.

Θυμούνται και νοσταλγούν εκείνα τα παιδιά.

Θυμούνται τις Απόκριες και τον «Καλολόγο»  που άναβε στ΄ αλώνι του Ντινόγιαννη, με τους οργανοπαίχτες της πέρα γειτονιάς, να πρωτοστατούν στο γλέντι και στο χορό.

Θυμούνται τους Κούρους τα μεσημέρια στου γεροΒαγγέλη και του Σωτήρου το μαντρί. Κι ύστερα εκείνα τα φαγοπότια στις σάλες των σπιτιών, που κρατούσαν ίσαμε αργά το απόγευμα.

Θυμούνται τα μεσημέρια, στη Μάνα και στο Πηγαδάκι, τις φιγούρες εκείνων των τσοπάνηδων που ξαπόσταιναν με τα κοπάδια τους, κάτω απ΄ τα σκιερά πλατάνια.

Θυμούνται εκεί που ξεκίνησαν. Θυμούνται τη φτώχεια…., τα ζεστά καλυβόσπιτα….., θυμούνται τη μάνα τους…..

 

2

3

4

6

7

5

8

10

9

11

12

2

» Xoρτάριασαν τα πέτρινα σκαλοπάτια που οδηγούν στην είσοδο του μικρού ακατοίκητου σπιτιού.

Και η άλλοτε ορθάνοιχτη ξύλινη εξώπορτα, τώρα παραμένει ερμητικά κλειστή…

Ο μικρός φουγάρος που κάπνιζε ολημερίς, δε βγάζει πια καπνό.

Μόνο οι ηλιαχτίδες εξακολουθούν να μπαίνουν στο χειμωνιάτικο, μέσα απ΄το μικρό παραθυράκι. Αλλά δε φωτίζουν πια τα χαρούμενα πρόσωπα των παιδιών, παρά τα σκονισμένα μικροέπιπλα που παραμένουν στο ξύλινο ξεφτισμένο πάτωμα.  Το τραπέζι, τα σκαμνάκια, το κρεβάτι, τον καθρέπτη και τον αργαλειό….. «

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Ιστορικά. Βάλτε στα αγαπημένα σας αυτόν τον σύνδεσμο.

2 σχόλια στο άρθρο “Πέρα Σιαβελιάνικα.

  1. Εγώ θυμάμαι ακόμα τον ήχο της ποδοκίνητης ραπτομηχανής πίσω ακριβώς από το μπλέ παράθυρο, γάζωνε η Τούλα ή η Νίτσα, καθώς και τον ήχο από το τρίξιμο των πουρναριών όταν άναβε ο φούρνος που ήταν πάνω στην ταράτσα. Ένα νοικοκυρεμένο σπίτι που έτριζε από καθαριότητα.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
Ιστοσελίδα

Εισάγετε το αποτέλεσμα της πράξης παρακάτω, αποδείτε ότι δεν είστε ρομπότ *