Μπακουρέϊκα

Τρία μόλις σπιτάκια, αποτελούσαν την πιο γραφική, ίσως και ομορφότερη συνοικία του χωριού μας. Τα Μπακουρέϊκα.

Και τα τρία χτισμένα ανάμεσα σε πυκνή βλάστηση, σχεδόν δίπλα το ένα στο άλλο και πολύ κοντά  στο τρεχούμενο νερό της ρεματιάς.

Τα μικρά ξύλινα μπαλκόνια τους, με το συρμάτινο κάγκελο, ακουμπούσαν σχεδόν τις κλάρες απ’ τα πλατάνια και τις σφενδαμιές, ενώ οι καταπράσινοι κισσοί σκαρφάλωναν το ίδιο άνετα σ’ αυτά, όπως και στα υπόλοιπα δένδρα της ρεματιάς.

Τα κοτσύφια, που σιγόνταραν με το κελάηδισμα τους το κελάρυσμα του ποταμιού, χοροπηδούσαν πότε από πλατάνι σε πλατάνι, τσιμπολογώντας τ’ αϊτονύχι που είχε μπλέξει στις κλάρες τους και πότε από μπαλκόνι σε μπαλκόνι των τριών εκείνων όμορφων σπιτιών, λερώνοντάς τα με τις κουτσουλιές τους.

Άνθρωποι και ζώα, ιδίως πουλιά, ήταν γινωμένα ένα σε τούτη παραδεισένια γειτονιά του χωριού μας. Μοναδικοί ήχοι που διατάρασσαν την ησυχία των περιοίκων, ήταν το τρεχούμενο νερό της ρεματιάς κι εκείνο το ανεπανάληπτο συνονθύλευμα απ’ τις μελωδικές φωνές των αηδονιών, των σπίνων και των κοτσυφιών.

Κι ήταν αρκετοί αυτοί που κατοικούσαν στην παραμυθένια εκείνη γειτονιά.

Στο ένα, ο Τάσης ο Μπακούρης, με την Ευανθία και τα έξι παιδιά τους. Τον Χρήστο, τον Βασίλη, τον Παναγιώτη, τον Γιάννη, την Μαρία και την Κατίνα.

Ο Τάσης, που έπεσε θύμα των Ανταρτών κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Τον πήραν με ένα παιδί  του κι ένα κοπάδι πρόβατα για τον Άγιο Πέτρο. Αμόλησαν μόνο το παιδί…

Στο άλλο, ο Βασίλης ο Τσιάλτας, σόγαμβρος από την Μπερτσοβά, γανωματής στο επάγγελμα που είχε πάρει την Γιαννούλα (κόρη της Τσιαμούλενας) με τα πέντε παιδιά τους. Τον Κώστα, την Χαρίκλεια, τη Γεωργία, την Τασία και την Παναγιώτα.

Και στο άλλο, η Παναγιώτα Μπακούρη, Χα Τάσσου Μιχαλόπουλου, Μπράτενα την φώναζαν στο χωριό, με τα τρία παιδιά τους. Τον Τάκη, τη Βάσω και τον Τάσο. Στο τελευταίο έδωσαν το όνομα του πατέρα, επειδή αυτός σκοτώθηκε σε κάποια βουνοπλαγιά της  Πίνδου το 1941, κατά τον ΕλληνοΙταλικό πόλεμο.

Κι είχε ζωντάνια κάποτε και αυτή η μικρή συνοικία του χωριού μας, όπως κι όλες οι άλλες.

Σήμερα ο χρόνος δεν έχει αφήσει τίποτα άλλο, παρά αναμνήσεις και ερείπια…

Ερείπια  που, κι ο πιο ψύχραιμος και «παγερός» περιπατητής, αντικρίζοντας τα στο διάβα του, θα περιπέσει σε στιγμιαία μελαγχολία.

Παραμένουν ακόμα απ’ το καθένα, για να θυμίζουν το όμορφο παρελθόν,  οι τέσσερις ξεφτισμένοι τοίχοι, τα ξύλινα χωνευτά ράφια των ντουλαπιών, η εσοχή της καμινάδας του τζακιού, ο μισογκρεμισμένος φούρνος και οι γέρικες κουφαλωμένες μουριές της αυλής, που από κάτω τους έπαιζαν τα παιδιά τα καλοκαίρια.

Τα παιδιά που, εξαιτίας της φτώχειας, εγκατέλειψαν το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο το χωριό κι εγκαταστάθηκαν σ’ άλλες πόλεις, κυρίως στο Άργος. Εργάστηκαν σκληρά. Παίδεψαν όλα τους σώμα και μυαλό κι έγιναν νοματαίοι.

Ωστόσο όμως δεν ξέχασαν.

Δεν ξέχασαν ούτε τη γενέτειρά τους, αλλά ούτε και κείνα τα τρία όμορφα σπιτάκια της ρεματιάς.

Τα βλέπει κανείς κάθε χρόνο στο πανηγύρι της ΑγιαΣοφιάς, να έρχονται πολύ πριν από τον Εσπερινό και να παραμένουν έως πολύ αργά το βράδυ στο χώρο της Εκκλησιάς. Όλα τους έχουν στραμμένα τα πρόσωπα προς τα Μπακουρέϊκα, ατενίζοντας με τα μάτια και το μυαλό, το όμορφο παρελθόν…

Κάθε παρατηρητής, έβλεπε, μέχρι πρότινος,  τρία απ’ αυτά τα παιδιά να σταθμεύουν τα φορτηγάκια τους κατά σειρά στην πλατεία του χωριού μας. Καθένα από τα τρία αυτοκίνητα, είχε κι από μια διαφορετική επιγραφή στο πάνω μέρος του μπροστινού τζαμιού.

Το ένα έγραφε «Αγία Σοφία», το άλλο «έρχομαι» και το άλλο «για σένα»…

3

2

7

6

5

4

1

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Ιστορικά. Βάλτε στα αγαπημένα σας αυτόν τον σύνδεσμο.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
Ιστοσελίδα

Εισάγετε το αποτέλεσμα της πράξης παρακάτω, αποδείτε ότι δεν είστε ρομπότ *