O έμπιστος γαιδαράκος

Ξημέρωνε Κυριακή. Ο ήλιος που ΄χε ξαγναντήσει πίσω απ΄την κορυφογραμμή της Ζάβιτσας, λάμπρυνε το μικρό χωριό, λευκαίνοντας τ΄ ασβεστωμένα σπίτια κι ανεβάζοντας ακόμα περισσότερο την χαρούμενη διάθεση των κατοίκων, που είχε προκαλέσει ο χορτάτος ύπνος, ανάμεσα στο νυχτερινό αγέρι της ρεματιάς.

Οι πρώτες αχτίνες του ήλιου, που πέρασαν την ανοιχτή πόρτα και το μικρό παράθυρο του υπογειού, βρήκαν το Γιάνναρο σε μεγάλη ανησυχία και εγρήγορση. Είχε προγραμματισμένη επίσκεψη στο διπλανό μεγάλο χωριό, τη Μάσκλινα, για δουλειές, ψώνια, δημόσιες σχέσεις … και άλλα. Από πολύ πρωί, ανεβοκατέβαινε στο κατώι κι ετοίμαζε τον πολύτιμο σύντροφο και βοηθό του, το  γαϊδαράκο του. Τον πέρασε ένα χέρι με την ξύστρα, τον σαμάρωσε, ασφάλισε καλά την ίγκλα, έδεσε πίσω αριστερά στο σαμάρι μια χερουκλιά σανό και στην άλλη πλευρά κρέμασε τον ντορβά, με λίγο φρεσκοαλωνισμένο κριθάρι.

Γι αυτόν φρόντιζε η κυρά του, η κυρα Κατερίνα. Τον έντυσε με τα καλά του, του καλόφτιαξε τους γιακάδες, του έδωσε την τραγιάσκα κι ένα λευκό μαντήλι στην τσέπη και αφού του έδωσε παραγγελία με τα ψώνια, τον γάζωσε με τα μάτια από πάνω έως κάτω, να ναι καθώς πρέπει για να μη γελάει ο κόσμος. Στο τέλος του έδωσε και το πιο καλό ταγάρι του σπιτιού, σπάνιο υφαντό της στον αργαλειό. Και σαν πραγματικό αφεντικό, του επέβαλλε, παρά τη θέλησή του, να πάρει μαζί του και τη μικρή τους ανιψιά, μόλις δέκα χρονών κοριτσάκι, που εκείνο τον καιρό έκανε τις διακοπές της στο χωριό, όπως κάθε Καλοκαίρι. Ήθελε να χαρεί λίγο το παιδί, βλέποντας ξένο τόπο κι αλλάζοντας παραστάσεις και περιβάλλον. Τι μαγαζιά και ταβέρνες πού χε τότε η Μάσκλινα. Τι κουρεία, σαμαρτζίδικα, πεταλωτήρια, τι δημόσιες υπηρεσίες και άλλα πρωτάκουστα για το παιδί.

ΑΑΑ

Σε λίγο η όμορφη παρέα ξεκίνησε βιαστικά βιαστικά από το χωριό, μη τυχόν και τους πάρει χαμπάρι κάποιο αδιάκριτο μάτι, απ΄ αυτά που φοβόταν ο Γιάνναρος. Πίσω αυτός και μπροστά η μικρή ανιψούλα του καβάλα στον γάιδαρο, κατηφόρισαν προς την Εκκλησιά και πήραν το δρόμο του Αρμακά, ανηφορίζοντας αργά αργά με κατεύθυνση προς τη Μάσκλινα.

Φθάνοντας στο χωριό, πέρασαν έξω απ΄την Εκκλησιά που δεν είχε σχολάσει ακόμα. Έστρεψε το βλέμμα του ο Γιάνναρος προς τον Αι Γιώργη, κάτι μουρμούρισε και συνέχισε το ταξίδι του για το δικό του «προσκύνημα», μιας και δεν τα είχε τόσο καλά με τους Αγίους και τα τοιαύτα. Σε λίγο και χωρίς πολύ συλλογισμό, σταμάτησε έξω απ΄την ταβέρνα του Στρατηγάκη.

Κατέβασε το κοριτσάκι απ΄ το γάϊδαρο και για να έχει έναν λιγότερο μπελά στο κεφάλι του, πέρασε το λουρί του ντορβά επάνω απ΄ τα βελούδινα αυτιά του ζώου, το οποίο αμέσως άρχισε να μασουλάει το τρυφερό φρεσκοαλωνισμένο κριθάρι. Με το κορίτσι, θα ΄βλεπε τι θα  ΄κανε αργότερα …

Η είσοδος στην ταβέρνα ήταν τόσο  μεγαλειώδης, που θα τη ζήλευαν σπουδαίοι ηθοποιοί σε μεγάλο Αθηναϊκό θέατρο. Οι θαμώνες με την παρουσία του, ευθύς πετάχτηκαν όρθιοι, παντού φωνές επευφημίες και χαιρετισμοί από κάθε γωνιά του μαγαζιού. Θαύμασε και απόρησε ταυτόχρονα το κοριτσάκι. Θαύμασε με τις γνωριμίες του Θείου της και τον σεβάσμιο τρόπο που όλοι τον αντιμετώπιζαν. Δεν θέλει πολλά ο φιλοσοφημένος άνθρωπος, σκέφθηκε ο Γιάνναρος, για να ΄ναι ευτυχισμένος σε τούτη τη ζωή. Καλή καρδιά, καλούς φίλους, μια σαρδέλα και λίγα τρίμματα τυρί πάνω σε μια λαδόκολα και οίνον τον ευλογημένο. Κι όλα τούτα, τάχε εν πλήρη αφθονία, μέσα σε αυτό το ταβερνάκι.

Μετά από καμιάς ώρας κρασοκατάνυξη και αφού ευφράνθηκε η ψυχή του και στυλώθηκε η καρδιά του, βγήκε έξω απ΄ το ταβερνάκι, με αργό νωχελικό βήμα, χαμογελαστός και κεφάτος, με υγρά χείλη και μουσκεμένα μουστάκια….

Ο ήλιος είχε σηκωθεί αρκετά ψηλά στον ουρανό κι έκανε να χαίρεται το χωριό ολόκληρο. Οι άνθρωποι μετά την εκκλησιά, χαμογελαστοί, μοιράζονταν στις ταβέρνες, τα καφενεία και τ΄ άλλα μαγαζάκια του χωριού.

Χαμογελαστός κι ο Γιάνναρος, βρισκόμενος εν πλήρη ευθυμία και ευτυχία, παραμερίζοντας όλες τις σκοτούρες που του βασάνιζαν μέρες τώρα το μυαλό. Το παλιάμπελο ήθελε ξεφύλλισμα και θειάφισμα, αλλά και τα γαλακτωμένα στάχυα του σταριού στα μακρινά χωράφια, είχαν πλέον μεστώσει κι έπρεπε να θεριστούν. Όλα τα ΄βαλε στην άκρη τούτη τη στιγμή. Προείχαν οι ευχάριστες εκπλήξεις που του προσέφερε η ηλιόλουστη σημερινή ημέρα, μακριά απ΄ τα αδιάκριτα βλέμματα των συγχωριανών του, τις περισσότερες από τις οποίες δεν είχε γευτεί ακόμα.

Και είχε πολλές δουλειές να κάμει. Έπρεπε να πάρει μια μποτίλια πετρέλαιο και οινόπνευμα απ΄ το μπακάλικο του Κουβερτάρη. Μπακαλιάρο και ξεραμένο χταπόδι απ΄ τους άλλους Κουβερταραίους στο Σταθμό. Ήθελε να δει τον Κορδίκο στην χασαποταβέρνα, κι είχε κανονίσει και μια συκωταριά για επισφράγισμα της ημέρας στην ταβέρνα του Σκλημπόσιου. Κι αν θα προλάβαινε θα πήγαινε στο καφενείο στο Σταθμό και το χασάπικο του Μπαμπά.

Και επειδή κατάλαβε τι ήθελε προκύψει και ότι το τέλος και αυτής της Κυριακής θα ήταν θεαματικό, προσπάθησε να απαλλαγεί απ΄ ότι του προκαλούσε εμπόδιο…….. Έβαλε την ανιψούλα του επάνω στον γάιδαρο, του δίνει μια στα καπούλια και το ήσυχο ζώο ξεκίνησε σιγά σιγά για τον προορισμό που ήξερε. Όταν το ζώο απομακρύνθηκε από το χωριό, χωρίς το αφεντικό του, μόνο τότε κατάλαβε το κοριτσάκι το μαρτύριο που το περίμενε. Ήταν αναγκασμένο να ταξιδέψει μόνο του στην ερημιά, με προορισμό το άγνωστο. Δυστυχία του, άρχισε να κλαίει με σπαραγμό όσο πιο δυνατά γίνεται.

Ο γαιδαράκος με  σταθερό βηματισμό, ανηφόρισε τη Μάσκλινα, έφτασε σιγά σιγά στο δρόμο του Αρμακά και συνέχισε τον προορισμό του.

Το κλάμα του παιδιού γινόταν όλο και πιο δυνατό, κι ο γάιδαρος, σαν να νοιαζόταν για την κατάσταση, κάθε φορά που δυνάμωνε το κλάμα, έστρεφε με ενδιαφέρον τα χνουδωτά αυτιά του προς το παιδί, κι ύστερα τα έστρεφε πάλι μπροστά, για να διαβάζει το κακοτράχαλο μονοπάτι μαζί με τις υπόλοιπες αισθήσεις του. Με σχολαστική ακρίβεια και με πολύ προσοχή, διάλεγε δρόμο στο μονοπάτι, τοποθετώντας τις μαλλιαρές πατούσες του στο μπουχό, ανάμεσα στα χονδρά λιθάρια, μη τυχόν γλιστρήσει, ταρακουνήσει το πολύτιμο φορτίο του και διαταράξει και τους άλλους χρήστες της οδού. Να …, πριν λίγο είχε αποφύγει μια μικρή χελώνα, είχε πατήσει ένα σκαθάρι κι είχε κλωτσήσει ένα μεγάλο σαλίγκαρο που ήταν κολλημένος σαν βεντούζα σ΄ ένα γυαλιστερό λιθάρι. Το σαλιγκάρι μάζεψε απότομα τις κεραίες του, χώθηκε στο καβούκι του και κατρακύλησε στα λιθάρια, μ΄ ένα χαρακτηριστικό κοκάλινο ήχο … Και στεναχωριόταν το ζώο για την αναστάτωση που προκάλεσε.

Το υπομονετικό ζώο, κατηφόρισε με τον ίδιο αργό ρυθμό τον καρόδρομο του Αρμακά, πέρασε το γεφύρι του Ξεριά κι άρχισε να ανηφορίζει προς το χωριό. Το κλάμα του παιδιού σταμάτησε, μόνο όταν ο γάιδαρος, αυτός ο έμπιστος φίλος – ο πιο έμπιστος κι απ΄ τους ανθρώπους – πέρασε έξω απ΄ την Εκκλησιά, πλησιάζοντας προς το χωριό. Το μικρό παιδί από τότε και ύστερα, έβλεπε με περισσότερο σεβασμό και αγάπη τον τετράποδο πολύτιμο σύντροφο και συνοδοιπόρο του.

Σε λίγο ο γάιδαρος έφτασε έξω απ΄το σπίτι του αφεντικού, σταμάτησε απότομα και μ΄ ένα παρατεταμένο γκάρισμα, που στο τέλος κατέληξε σε χλιμίντρισμα, ανήγγειλε τον πρόωρο και αναπάντεχο ερχομό τους.

Η κυρά βγαίνοντας έξω, άρχισε την υποδοχή, με στραμμένο όμως το βλέμμα προς τη Μάσκλινα:

– Μπα κακό χρόνο να ΄χεις …, ανεπρόκοπε, αναθεματισμένε. Μπα, που να μη σ΄ εύρη ο χρόνος και άλλα τοιαύτα.

Η ίδια υποδοχή, με περισσότερο μάλιστα μένος, εκδηλώθηκε και το βράδυ, όταν το αφεντικό παρουσιάστηκε μπροστά της, τσαλακωμένος, χωρίς την τραγιάσκα, με ανακατωμένο το μαλλί, με το άσπρο μαντήλι να κρέμεται στην πίσω τσέπη του παντελονιού και το πολύχρωμο ταγάρι στολισμένο με μπουχό, πουρναρόφυλλα κι ότι άλλα σαβούρια ήταν πεσμένα στα καλντερίμια του Αρμακά.

Β

«Η παραπάνω αληθινή ιστορία, που πέραν των άλλων αποτελεί μια θύμηση στην παλιά νοσταλγική καθημερινότητα του χωριού, διαδραματίστηκε πριν από 90 περίπου χρόνια και αφιερώνεται στην μνήμη της Παναγιώτας ΤΣΟΥΜΑ Χα Ηλία, η οποία ήταν και η πρωταγωνίστρια και μας την διηγούνταν πολλές φορές, όταν ήταν εν ζωή. Η εκλιπούσα είχε ρίζες από την ΑγιαΣοφιά, διέμενε στον Πειραιά και κατά την παιδική της ηλικία περνούσε τα Καλοκαίρια στο χωριό, έχοντας σε αυτό αξέχαστους φίλους, συγγενείς και αλησμόνητες αναμνήσεις. Κι ανταπέδιδε φιλοξενώντας στην οικία της τους περισσότερους ΑγιαΣοφίτες, πριν το ταξίδι τους για το εξωτερικό, ή και σε άλλες περιπτώσεις. Ήταν πνευματώδης άνθρωπος, γεμάτος σοφία, κοινωνική μόρφωση, με σπάνιο, αυστηρών αρχών, χαρακτήρα. Απεβίωσε προσφάτως σε ηλικία 101 ετών, έχοντας πλήρη πνευματική διαύγεια. Η τελευταία της επιθυμία, που εξέφρασε σε κάτι μακρινά της ανίψια που την επισκέφθηκαν πριν το θάνατό της, ήταν κατά την κηδεία της να πάρει μαζί της λίγο χώμα και λουλούδια από την ΑγιαΣοφιά, που τόσο αγαπούσε. Η παραπάνω επιθυμία, πραγματοποιήθηκε την 15.40 ώρα της 29 Μαΐου 2018, κατά τον ενταφιασμό της στο νεκροταφείο «Αναστάσεως» του Πειραιά.

Ο δεύτερος πρωταγωνιστής της ιστορίας μας, ήταν ο Ιωάννης Γεωργίου Ρόλλας, που είχε το παρωνύμιο «Γιάνναρος», αδελφός του Ζέρβα και πατέρας της Σταθούλας, η οποία είχε το μαγαζάκι του χωριού μας. Ήταν βαρελάς στο επάγγελμα, χωρατατζής, εύθυμος τύπος και απ΄ τους πρώτους στυλοβάτες της ΑγιαΣοφιάς. Ήταν αυτός που μαζί με άλλους ΑγιαΣοφίτες, είχε εμβαθύνει την πηγή της Μάνας, εργαζόμενος επί μήνες σε αυτή την περιοχή. Απεβίωσε μετά από θανάσιμο τραυματισμό, πέφτοντας απ΄ την βεράντα του σπιτιού του.

Γ

Κι όσο για τον γαϊδαράκο, δεν γνωρίζουμε την τύχη του, σπάνια μαθαίνουν οι άνθρωποι την τύχη των ζώων. Εκείνο όμως που γνωρίζουμε μετά βεβαιότητας είναι ότι, κάθε οικογένεια είχε κι από ένα τέτοιο ζώο, ίσως και περισσότερα και ότι οι ιδιοκτήτες τους τα αντιμετώπιζαν σαν ισότιμο μέλος τους, με αγάπη, με στοργή και σεβαστό, επειδή ήταν κυριολεκτικά οι πολύτιμοι βοηθοί του κάθε σπιτιού.»

Γαιδαράκος

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Ιστορικά. Βάλτε στα αγαπημένα σας αυτόν τον σύνδεσμο.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
Ιστοσελίδα

Εισάγετε το αποτέλεσμα της πράξης παρακάτω, αποδείτε ότι δεν είστε ρομπότ *