Θέρος και Αλώνισμα

«Φτάνοντας στο χωράφι με τα ζώα τους, ξεπέζευαν κάτω απ’ την γκορτσιά και κρεμούσαν στα κλαδιά της τη νάκα με το παιδί και το ταγάρι με το φαγητό. Ύστερα κοιτώντας προς τον ουρανό, έκαναν το Σταυρό τους κι άρχιζαν να θερίζουν το σιτάρι απ’ το καρπερό χωράφι, ενώ τα ζωντανά έβοσκαν αμέριμνα.

Με το αριστερό τους χέρι ξεχώριζαν κι έπιαναν τις καλαμιές και με το δεξί, κρατώντας το δρεπάνι, τις έκοβαν με αυτό από τη ρίζα. Σε λίγο κι όσο σηκωνόταν ο ήλιος στον ουρανό, άλλαζε όψη το θερισμένο χωράφι, ενώ όλο και πιο χονδρές σταγόνες ιδρώτα κυλούσαν στα πρόσωπα των θεριστών.

Παραδίπλα σε άλλα χωράφια, ακούγονταν φωνές, γέλια και τραγούδια από άλλους θεριστές, σμερδεμένα με κλαψουρίσματα φασκιωμένων παιδιών που κρέμονταν στις νάκες στα γύρω δένδρα. Παράταγε τότε η μάνα το δρεπάνι κι έτρεχε άλλοτε να το βυζάξει κι άλλοτε να το αποκοιμίσει.

Τα κοτσύφια, οι κίσσες, τα ξυλοκοκκοράκια, οι γιανουλίτσες και τ’ αετομάχια που κρατούσαν συντροφιά στους θεριστές, είχαν λουφάξει λόγω της ζέστης στους γύρω φράχτες και κλαριά. Μόνο τα τζιτζίκια με το μονότονο ρυθμό τους, σιγοντάριζαν τα γέλια και τις φωνές των εργατών.

Χελώνες αργοσέρνονταν μέσα στα σπαρτά, γουστέρες κρυφοκοίταζαν, ακρίδες χοροπηδούσαν, μυρμήγκια πηγαινοέρχονταν. Παντού ζωντάνια και ομορφιά.

Κι όταν ο ήλιος έφτανε καταμεσίς στον ουρανό, παράταγαν τα δρεπάνια κι έπιαναν τον ίσκιο της διπλανής γκορτσιάς για να φάνε και να ξαποστάσουν. Κι ύστερα άρχιζαν πάλι την ευλογημένη εργασία του θερισμού έως αργά το γιόμα που έπεφτε ο ήλιος πίσω απ’ το βουνό κι οι γρύλοι άρχιζαν να σιγοσφυρίζουν το νυχτερινό τους τραγούδι.

Στο τέλος της μέρας έπαιρναν το δρόμο του γυρισμού και σαν έφταναν στο σπίτι καβάλα στα ζα, η μάνα φρόντιζε τα ζωντανά κι ο πατέρας έφερνε πάντα ένα δώρο στα παιδιά που το περίμεναν με ανυπομονησία. Άλλοτε ένα μισοφαγωμένο από μπουρμπούνια ζαχαράχλαδο κι άλλοτε έναν τζίτζικα που είχε κρύψει επιμελώς στην μπαλωμένη τσέπη του παντελονιού…………….»

Θέρος

Νάκα

Θέρος. Μια αγροτική εργασία που έχει εκλείψει απ’ το χωριό, εδώ και σαράντα  περίπου χρόνια.

Μόνο οι λιγοστοί γέροντες, θυμούνται αυτή τη νοσταλγική εικόνα, να κρατούν τα δρεπάνια στα χέρια, ατενίζοντας τα κατακίτρινα στάχυα που ανέμιζαν πέρα στις βουνοπλαγιές, αλλάζοντας χρώμα σε κάθε φύσημα του αέρα.

Θέρος. Οι νεώτεροι δεν δίνουν και τόσο βάση στο άκουσμα, αφού καλά καλά δεν γνωρίζουν τι είναι το δρεπάνι. Διόλου δεν βίωσαν το μόχθο και την ιδιαιτερότητα αυτής της επίπονης γεωργικής εργασίας. Εργασία την οποία λαχταρούσαν οι παλιότεροι Αγια Σοφίτες για να συλλέξουν τον πολυπόθητο καρπό. Το σιτάρι για το ψωμί, το κριθάρι, τη βρώμη και το βίκο για τροφή των ζώων και τη σίκαλη, που με την μακριά ανθεκτική της καλαμιά έδεναν τα χερόβολα.

Και ήταν δύσκολος ο θερισμός, όπως άλλωστε το αναφέρει και ο λαός στη σχετική παροιμιώδη ρήση, για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, διότι γινόταν κατά τον μήνα Ιούνιο (Θεριστή), οπότε ο εργάτης είχε ν’ αντιμετωπίσει τον καυτό ήλιο του Καλοκαιριού με όλα τα επακόλουθα (δίψα, ιδρώτας, καύσος κ.λ.) και δεύτερον, εξαιτίας της μεγάλης απόστασης που έπρεπε καθημερινώς να διανύσει, επί αρκετές μάλιστα φορές την ημέρα, για τη μετάβαση στο χωράφι, αλλά και για το κουβάλημα των δεματιών με τα ζώα στ’ αλώνια του χωριού.

Αποστάσεις δεκάδων εξαντλητικών χιλιομέτρων, αφού τα περισσότερα χωράφια που σπέρνονταν τότε, βρίσκονταν έξω απ’ το χωριό, σε περιοχές όπως στη Σέλα, στις Σποριές, στου Χούζαρη, στο Χερομάντρι, στην Κακοκεφάλα, στον Κοζίκο, στην Κοκκινόλακα και αλλού.

Τα ζώα κουβαλούσαν τα δεμάτια σε ένα απ’ τα τριάντα αλώνια του χωριού, μέχρι και το έτος 1965.

Αργότερα κι όταν το χωριό μας εξασφάλισε οδική επικοινωνία με τα γύρω χωριά, οι Αγια Σοφίτες κουβαλούσαν με τα ζώα τους τα δεμάτια στα Χερώματα. Εκεί έκανε την εμφάνιση της κάθε Ιούνιο, η Αλωνιστική Μηχανή που αντικατέστησε την παραδοσιακή εργασία του αλωνίσματος και «σκότωσε» αυτή την γραφική αγροτική εργασία.

Αλώνισμα

 

Στην παραπάνω σπάνια και παλιά φωτογραφία, απεικονίζεται μπροστά ένα άσπρο κι ένα μαύρο μουλάρι να τραβούν το ντουένι, πάνω στο οποίο κάθονται ο αλωνιστής κι ένα ακόμη παιδί.

Πίσω τους τρέχουν δύο ακόμα παιδιά. Το ένα πρέπει να είναι κοριτσάκι απ’ ότι διακρίνουμε απ’ το φουστανάκι που φορά. Τριγύρω υπάρχουν δεκάδες άλλα παιδιά που δεν φαίνονται στη φωτογραφία. Η χαρά τους είναι απερίγραπτη και δεν συγκρίνεται με τίποτα απ’ την σημερινή ψεύτικη ευτυχία. Γύρω απ’ το αλώνι υπάρχουν ψηλές θημωνιές με χερόβολα από σιτάρι και κριθάρι. Σε λίγο, όλα θα σκορπιστούν κάτω στις πλάκες του αλωνιού.

Οι κοφτερές εγκοπές του ντουενιού που εφάπτονται στις πλάκες του αλωνιού, μαζί με τις βαριές πεταλωμένες οπλές των μουλαριών, συνθλίβουν τα στάχυα και τα κάνουν κυριολεκτικά λιώμα, σχηματίζοντας δύο στρώματα. Στο κάτω μέρος του αλωνιού επικάθεται ο καρπός σαν βαρύτερος, ενώ πιο πάνω τα ντύματα που είναι ελαφρύτερα. Το λιώμα αναποδογυρίζεται πολλές φορές με τα δικράνια, έτσι ώστε να είναι έτοιμο για το λίχνισμα, την διαδικασία εκείνη όπου θα ξεχωρίσει ο καρπός από τ’  άχυρα.

Απαραίτητη προϋπόθεση για το λίχνισμα είναι το φύσημα του αέρα. Γι αυτό άλλωστε τ’ αλώνια τα έφτιαχναν στα καταράχια ή σε τέτοιες τοποθεσίες ώστε να τα πιάνει ο αέρας.

Οι Αλωνιστές, άνδρες και γυναίκες, με τα δικράνια στα χέρια, πετούσαν το λιώμα (υπόλειμμα του αλωνίσματος) με δύναμη στον αέρα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το σιτάρι σα βαρύτερο να επικάθεται στο ίδιο μέρος, ενώ τα ντύματα (άχυρα κ.λ.) σαν πιο ελαφρύτερα να επικάθονται σε άλλη μεριά παρασυρμένα απ’ την ορμή του αέρα. Ενώ ο μπουχός  (μικρά άχρηστα σωματίδια, σκόνες κ.λ.) να χάνεται κυριολεκτικά ψηλά στον αέρα.

Σε λίγο το σιτάρι κοκκινοβόλαγε στις καλοσάρωτες πλάκες τ’ αλωνιού. Ήταν η ώρα που ο μόχθος του γεωργού απέδιδε κυριολεκτικά καρπούς, το σιτάρι, το κριθάρι, η βρώμη κ.α. δημητριακά που γέμισαν τα κασόνια του σπιτιού για την πολυπληθή φαμελιά και τα ζώα.

Τριάντα περίπου αλώνια υπήρχαν στο χωριό μας σε διάφορες τοποθεσίες, μέσα, αλλά και έξω απ’ αυτό, ψηλά στα καταράχια. Και στα τριάντα γινόταν πανηγύρι σωστό κατά υην ετήσια διαδικασία του αλωνίσματος. Του Αντώνη Σιαβελή, του Ντίνου Σιαβελή, το Σιαβελιάνικο, του Κουτσοπαναγιώτη, του Ξύδη, του Γιαννίκου, του Λουκά στα Σιαβελιάνικα. Το Παναγέϊκο, το Γεωργατσέϊκο, το Καραζανέϊκο, του Παναγοβασίλη, του Καρλή, του Ανάργυρου, του Κυριαζάκου, του Βασιλάκη στην κεντρική συνοικία του χωριού. Του Μίλη, το Ρολλέϊκο, το Ασκουνέϊκο, το Ζερβέϊκο, του Καραζή  και άλλα στα Ρολέϊκα. Του Τσιριμπή, του Κούμανη, του Καράγιωργα, του Αντωνάκου στα Χερώματα. Του Νικόλα Φαρμασώνη στη Λαγκάδα και άλλα ακόμα στην Ροϊνά και στην περιοχή «Αλώνια» του χωριού.

Θέρος και αλώνισμα.

Δύσκολες αγροτικές εργασίες, δυσάρεστες θύμησες, οδυνηρά παιδικά βιώματα, που με το πέρασμα του χρόνου εξωραΐζονται και μετουσιώνονται σε ευχάριστες αναμνήσεις. H παρούσα αναφορά (και άλλες πολλές), αποτελεί, για τους νεώτερους ένα δίδαγμα, ενώ για τους παλιούς, τους λιγοστούς γέροντες του τόπου μας, μια ψυχική ανακούφιση και μια ηθική δικαίωση στον αλλοτινό – καθημερινό αγώνα τους για την επιβίωση.

Αλώνισμα Β

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Ιστορικά. Βάλτε στα αγαπημένα σας αυτόν τον σύνδεσμο.

Ένα σχόλιο στο άρθρο “Θέρος και Αλώνισμα

  1. To παιδί που κρατάει η μάνα στην αγκαλιά στο δεξί μέρος της παραπάνω φωτογραφίας, είναι ο Αντώνης Ι. Ρόλλας, που βρίσκεται ξενιτεμένος στη μακρινή Βοστώνη των U.S.A. Δίπλα τους, ένας γέροντας ντυμένος με παραδοσιακή ενδυμασία «Φουστανέλας». Πανηγύρι αποτελούσε το αλώνισμα εκείνη την εποχή, όπως και κάθε αγροτική εργασία.
    Όμορφες νοσταλγικές αναμνήσεις, για όσους ακόμα θυμούνται.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
Ιστοσελίδα

Εισάγετε το αποτέλεσμα της πράξης παρακάτω, αποδείτε ότι δεν είστε ρομπότ *