O έρωτας κι ο γάμος στην παλιά ΑγιαΣοφιά.

«Έρως ανίκατε μάχαν. Έρωτα ός εν κτήματι πίπτεις, ός εν μαλακαίς παρειαίς νεάνιδος εννυχεύεις….. » Από την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή.

Το οποίο ερμηνευμένο, μαζί με τους υπόλοιπους στίχους που παραλείπονται:

«Έρωτα ανίκητε στη μάχη  Έρωτα, ανίκητε σε κάθε μάχη, συ που κυριαρχείς όπου κι αν πατήσεις, συ που ξενυχτάς τα κορίτσια με τα τρυφερά μάγουλα, που δρασκελάς πάν” από θάλασσες και τρυπώνεις στους κήπους, κανείς δε γλυτώνει από εσένα, μήτε Θεός μήτε θνητός. Όποιον αγγίξεις, τον επαλαβώνεις. Συ, άνθρωπο φρόνιμο εξωθείς στ” άδικο και στο χαμό, συ π” ανάβεις ταραχή κι αμάχη ανάμεσα σε γιο και πατέρα, νικά πόθος και λαχτάρα για τη γλυκομάτα νύφη, κόντρα σ΄ όλους τους μεγάλους νόμους».

Ο νους, αυτή την επετειακή ημέρα, ταξίδεψε για άλλη μια φορά στο όμορφο παρελθόν, τότε που το χωριό μας έσφυζε από ζωή κι από νέους ανθρώπους, κι όπως ήταν φυσικό, ο έρωτας γεννιόταν σε κάθε σχεδόν σπίτι και σε κάθε γειτονιά του.

Έρωτας. Εκείνη η ζωηρή έλξη μεταξύ δύο προσώπων, με ταυτόχρονη εκδήλωση πλήθους συναισθημάτων, που αποτελεί σημαντικό παράγοντα ευεξίας και ψυχικής υγείας, με μια συνακόλουθη κατάσταση που αναγκάζει, πολλές φορές, το μυαλό να μην υπακούει τη λογική, ήταν αδύνατο να μη επηρεάσει και τους δικούς μας κοντινούς προγόνους.

Η γέννηση του έρωτα – που θέριευε με την ενηλικίωση – μετά τα πρώτα παιδικά χρόνια, μάθαινε τους νέους του χωριού να ξεχωρίζουν τα αλλιώτικα εκείνα σκιρτήματα στην καρδιά τους και να διαβάζουνε το βλέμμα. Τα μάτια. Το παράθυρο της καρδιάς και της ψυχής.

Και τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, οι πρώτες εκείνες διαφορετικές ματιές, υπήρξαν όχι μόνο κατά την εφηβική, αλλά και από την παιδική τους ηλικία, που αργότερα στέριωσαν κι έγιναν όνειρα ζωής.

Στα πλατάνια στην πηγή της «Μάνας», ήταν μέχρι προσφάτως χαραγμένα στους κορμούς τους, πελώριες καρδιές, που μέσα τους περιέκλειαν τα αρχικά των αγαπημένων, όπως και τα θρανία του Δημ. Σχολείου, διακοσμημένα με μικρές καρδούλες τρυπημένες με μυτερά βελάκια. Εκεί αποτύπωσαν για πρώτη φορά τα νέα ΑγιαΣοφιτάκια, ότι ντρέπονταν να πουν στην αγαπημένη τους, κι αντιστρόφως.

Άλλα κάποτε κατάφεραν και το εκστόμισαν κι εκπληρώθηκαν οι πόθοι τους. Άλλα όμως όχι, είτε επειδή δεν πρόλαβαν, είτε επειδή δεν είχαν το θάρρος και η ανεκπλήρωτη τούτη επιθυμία τους, τους  σαράκωνε την ψυχή μέχρι τα βαθιά γεράματα.

Για τα κορίτσια τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα από ότι στα αγόρια.

Κι άμα πια, μέσα απ΄ τον έρωτα ξεχείλιζε η αγάπη, όλο και κάποια γιαγιά, φίλη, ή Θεία, έκανε πλάτες για να πεταχτεί η κοπελιά σε κάποιο σοκάκι, στο χωράφι, στο νερόμυλο, ή στη βρύση για ένα πεταχτό φιλί, ή έστω για ένα άγγιγμα, που όμως άξιζε όσο χίλιες αγκαλιές.

Κι ήταν μαγικά κι αλησμόνητα τα βράδια, που ο καλός τριγυρνούσε εκεί κοντά, πετώντας στο κορίτσι πετραδάκια στο παράθυρο, για να της πει ότι «κάπου εδώ κοντά σου είμαι, σε σκέπτομαι και σ΄ αγαπώ».

Το φύλαγμα της παρθενίας διατηρούσε το ρομαντισμό και έκανε «παραμύθι» τον έρωτα. «Θα το πω στον αδελφό μου, ή στον εξάδελφό μου», ήταν μια γερή απειλή για τους ενοχλητικούς της κοπέλας. Και ο αγαπητικός σεβότανε το φόβο της αγαπημένης του.

Αν το ζευγάρι ήταν ταιριαστό, ζούσε τον έρωτα πολύ δυνατά, γιατί είχε κάτι το κρυφό, κάτι το μυστηριώδες, το αληθινό.

Τα βράδια το κορίτσι κοιτούσε το φεγγάρι κατάματα, γιατί μόνο εκείνο φώτιζε τα πιο γλυκά της όνειρα και μυστικά.  Κι άμα πήγαινε τα κρυφτεί κουρασμένο πίσω από το βουνό, φορτωμένο με όλους τους αναστεναγμούς, γινότανε η ώρα μαγική. Είχε συγγενέψει μαζί του, γιατί μόνο εκείνο ήξερε για τους πόνους, τους πόθους και τα δάκρυά της.

Κι αν την άλλη τη βραδιά δεν μπορούσε να το σκάσει από το σπίτι, καθόταν στο παραθύρι δακρυσμένη, βουβή, το κοίταζε και του έλεγε τα παράπονα που είχε μέσα της.

Λουλούδι ευπαθές ο έρωτας, να σε μεθά με το αντίκρισμα του και να σε πεθαίνει με τον καημό του.

28

25

22

24

29

30

31

41

42

Λουλούδι ευπαθές ο έρωτας, να σε μεθά με το αντίκρισμα του και να σε πεθαίνει με τον καημό του.

Τόσο ευπαθές και ευαίσθητο λουλούδι, που πολλές φορές μαραίνονταν.

Ένας πετυχημένος γάμος, ήταν η πιο ευτυχή κατάληξή του και το λουλούδι άνθιζεκαι φούντωνε.

Ένας αποτυχημένος όμως γάμος, ή η διακοπή των σχέσεων με την, ή με τον αγαπημένο, ήταν ότι χειρότερο και μαράζωνε την ψυχή μέχρι τα βαθιά γεράματα. Άλλοτε του ενός, κι άλλοτε και των δύο συντρόφων.

Ήταν ευτυχές γεγονός και ασύλληπτο στο νου των σημερινών νέων, ότι τα παλιότερα εκείνα χρόνια, η επιλογή των δύο συντρόφων μπορούσε να γίνει εύκολα μέσα από το ίδιο το χωριό, λόγω της ζωντάνιας και της ύπαρξης νεανικού πληθυσμού. Γεγονός το οποίο ήταν συχνό και πολύ συνηθισμένο στην παλιά ΑγιαΣοφιά. Τι πιο ρομαντική, όμορφη και ονειρική αυτή η κατάσταση, που αποτελεί άπιαστο όνειρο για τους σημερινούς.

Η επιλογή των συντρόφων γίνονταν και από διπλανά χωριά, ή πόλεις. Πολλοί ΑγιαΣοφίτες και ΑγιαΣοφίτισσες είχαν νυμφευθεί συντρόφους από Ελαιοχώρι, από Παρθένι, από Δολιανά, από Περδικόβρυση, από Άργος και από άλλες πιο μακρινές πόλεις, ως και από το εξωτερικό.

Άλλοι γάμοι είχαν βασικό κίνητρο τον έρωτα κι άλλοι γίνονταν από συνοικέσιο, που τις περισσότερες φορές κατέληγε κι αυτό στον έρωτα και την αιώνια αγάπη και τα περισσότερα από αυτά είχαν επιτυχή κατάληξη. Συνοικέσιο γίνονταν, εκεί όπου ο οικογενειακός περίγυρος ήταν πολύ αυστηρός και το κορίτσι ήταν «αποκλεισμένο» στα του σπιτιού μόνο και πουθενά αλλού.

Τα «σούρτα φέρτα» του συμπεθεριάστη ήτανε τα προζύμια του γάμου. Δεν μπορούσε να εννοηθεί γάμος με συνοικέσιο, χωρίς να μπει στη μέση ένα τρίτος

Όταν οι γάμοι  γίνονταν με συνοικέσια, ήσαν γνωστοί (ή γνωστές) όσοι ανακατεύονταν σ΄ αυτές τις δουλειές, τα «συμπεθεριά», οι λεγόμενοι συμπεθερολόγοι. Αν σε έβλεπαν στο δρόμο, ή στην εκκλησία να κουβεντιάζεις με κανέναν από αυτούς. Ή αν ερχόταν στο σπίτι σου κι είχες κορίτσι έτοιμο για δώσιμο, έμπαιναν οι ψύλλοι στα αυτιά, σε κείνους που είχαν κορίτσι και παρακολουθούσαν, μπας και χώσουν και το δικό τους κορίτσι στη μέση για καλύτερο. Γι αυτό οι κουβέντες και οι συναντήσεις γινόντουσαν πάντα με άκρα μυστικότητα, μη τυχόν και χαλάσει το συμπεθεριό.

Υπήρξαν περιπτώσεις και μεταξύ συγγενών, που ενώ γινότανε συζήτηση για ορισμένη κοπέλα, στο τέλος στη μέση έμπαινε η εξαδέλφη και χάλαγε το συνοικέσιο, για να καταλήξει τελικά ο γάμος με την εξαδέλφη.

Σήμερα τα πράγματα απλοποιήθηκαν. Οι νέοι τακτοποιούν μονάχοι τους τις υποθέσεις αυτές. Άλλοτε μάθαιναν τελευταίοι, τα εις βάρος τους τεκταινόμαινα, τις μυστικές εκείνες «αγοραπωλησίες». Και κυρίως τα κορίτσια, που τα υποχρέωναν, θέλοντας και μη, να πέσουν στην αγκαλιά του τάδε «αγνώστου». Σήμερα τα μαθαίνουν τελευταίοι οι γονείς, όπως και θα πρέπει άλλωστε.

Υπήρχαν όμως και αποτυχημένα συνοικέσια και γάμοι.

Αν τα πράγματα δεν πηγαίνανε «κατ΄ευχήν», τότε την κοπέλα την έπαιρνε κανένας  «κουσουριάρης» προβληματικός, πολύ μεγάλος, την περιόριζε και της το ΄λεγε για μια ζωή, πως είναι ανίκανη, απρόκοπη, ή πως δεν την πήρε «απείραχτη».

Υπήρχαν όμως και κωμικοτραγικές περιπτώσεις. Όταν ένα συνοικέσιο βρίσκονταν σχεδόν στο τέλος του,  όταν πια είχε φθάσει εκείνο το φοβερό «σήμερα θα ρθει ο γαμπρός να δει τη νύφη», κι αφού δεν έμεναν παρά μικρές λεπτομέρειες, μάθαινε ο υποψήφιος γαμπρός, πώς πίσω από την νύφη, υπήρχε μικρότερη αδελφή, πιο ομορφότερη μάλιστα.  Τότε οι ορέξεις του, πριν πει το τελικό ναι, άρχιζαν να στρέφονται προς τη δεύτερη. Μεγάλος πονοκέφαλος αυτός και για τον υποψήφιο γαμπρό που το ξεστόμιζε, αλλά κυρίως για την υποψήφια νύφη, για τους γονείς και για τη μικρότερη αδελφή. Κι αλλοίμονο τότε στην πρώτη αδελφή, δύσκολα παντρευότανε πια. Χάλαγε βλέπεις η σειρά. Και δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να χαλάσει η σειρά των κοριτσιών.

Κι αν οι γονείς δεν ήθελαν με κανέναν τρόπο την ένωση των παιδιών τους, τότε ο υποψήφιος γαμπρός έκλεβε την νύφη, αποδεικνύοντας  σε όλους το θάρρος, την ανδρεία του, αλλά και την αγάπη του για το κορίτσι. Αρκετές  τέτοιες περιπτώσεις υπήρξαν στο χωριό μας, η μία μάλιστα είχε άκρα ρομαντικό χαρακτήρα, αφού το μελλούμενο ζευγάρι διέμεινε επί μία εβδομάδα στην εξοχή, στην κορυφή διπλανού λοφίσκου.

Μεγάλος μπελάς για το ζευγάρι, ήταν και το φύλλο του πρώτου κυρίως παιδιού, που θα αποκτούσαν.

Παρόλο που η γυναίκα είχε τόσο μεγάλο μερδικό δουλειάς και ευθύνης στο σπίτι, στις πιο πολλές οικογένειες ήταν υπολογίσιμα μόνο τ΄ αρσενικά παιδιά. Και πολλές φορές οι πατεράδες στεναχωριόντουσαν για τα κορίτσια, κι αργούσαν να δείξουν ενδιαφέρον γι αυτά.

Επικρατούσε, δυστυχώς, εκείνο το φοβερό καταθλιπτικό συναίσθημα περιφρόνησης της συζύγου από το σύζυγο, ή των πεθερικών προς τη νύφη τους, επειδή αυτή γέννησε κορίτσι. Δεν ήτανε μονάχα ο καημός, επειδή θέλανε να κρατήσουν (με το αγόρι) το όνομα της οικογένειάς τους, αλλά τους τρόμαζαν σε βαθμό αφάνταστο, οι φροντίδες για τα κορίτσια μέχρι την αποκατάστασή τους.

Τέτοια αποστροφή ένοιωθαν ορισμένοι γονείς για τα θηλυκά, ώστε όταν ρωτούσαν κάποιον πόσα παιδιά έχει, αυτός απαντούσε: «Δύο παιδιά και δύο κορίτσια».

Και επιπλέον τα κορίτσια δεν είχαν δικαίωμα στον έρωτα. Τα αγόρια, ήταν αγόρια ! Πολλές φορές τα σπρώχνανε για παντρειά από πολύ νωρίς από τα 17 – 18 και σε αυτές τις περιπτώσεις τα συμβούλευαν να μη μιλούνε πολύ και να είναι υπάκουες και αρεστές στο ξένο σπίτι. Φεύγοντας από το σπίτι, ξαλάφρωναν οι γονείς, γιατί ήταν ένα στόμα και μια έννοια, ακόμα πιο λιγότερα.

Για την τραγική θέση που βρίσκονταν τότε τα κορίτσια, εξ αιτίας των αυστηρών και δύσκολων οικογενειακών συνθηκών ζωής, δεν πρέπει να λησμονούμε τα λιγοστά εκείνα, που ταξίδεψαν και έμειναν μόνιμα στην Αμερική, λόγω γάμου.

Συνοικέσια δια φωτογραφιών, η μία φωτογραφία, το ένα γράμμα πίσω από το άλλο, ως που να δεχότανε να πει το ναι ο πλούσιος «Μπρούκλης». Και ποιος τον ήξερε καλά καλά, κι αν ήταν πλούσιος; Και ποιος ρώταγε τι γινότανε στο βάθος της ψυχής του κοριτσιού; Πραγματική «αγοραπωλησία». Ξεπούλημα του ψυχικού κόσμου. Κι όταν ο «Μπρούκλης» έλεγε το ναι (απ τη φωτογραφία πάντοτε), ερχόταν για λίγο καιρό βιαστικός για να παραλάβει τη νύφη, ή έστελναν τη νύφη στην Αμερική με το βαπόρι, άλλοτε μόνη της κι άλλοτε με μικρή συνοδεία.

Οι γάμοι αυτοί, γάμοι απελπισίας για τους γονείς, ήταν μια λύση στη δραματική κατάσταση που βρίσκονταν οι τελευταίοι, επειδή είχαν πολλά κορίτσια. Άλλοτε πετύχαιναν, κι άλλοτε όχι. Τα κορίτσια τά ΄τρωγε η νοσταλγία, κι η πίκρα της ξενιτειάς. Ζωντανό χωρισμό αποκαλούσαν τους γάμους εκείνους.

Τα ταξίδια στο πέλαγος δεν ήταν εύκολα και η προσαρμογή των κοριτσιών στην Αμερικάνικη ζωή, πάρα πολύ δύσκολη. Δεν τους απόμενε μόνο, παρά η κρυφή χαρά να στέλνουν κάποιο γράμμα με λίγα δολάρια στους  γονείς. Όμοια και η νοσταλγία των γονιών, που περίμεναν για να λάβουν κάποιο γράμμα με ειδήσεις από το κορίτσι τους στην Αμερική.

Και ξανάρχονταν κάποια φορά ύστερα από χρόνια, για να επισκεφθούν στα νεκροταφεία τους τάφους των γονιών τους. Τους πεθαμένους γονείς και  τ΄ αδέλφια. Να δείξουν στα παιδιά τους την πατρίδα και να ξαναφύγουνε με δάκρυα. Με πολλά δάκρυα, τόσα που δεν μπορούσαν να τα σβήσουν τα δολάρια των «Μπρούκληδων».

Όταν κάποια μέρα τα «σούρτα φέρτα» του συμπεθεριάστη καταλήγανε σε ευχάριστο τέλος, ακολουθούσε η επίσκεψη του γαμπρού  στο σπίτι  της νύφης.

Εκεί οι προετοιμασίες, η τάξη, η καθαριότητα, η ευπρέπεια, ήταν όλα στο έπακρο. Η υποψήφια νύφη έπαιρνε μαθήματα από τη μάνα πως θα φερθεί, πως θα σταθεί, πως θα μιλήσει και πως θα σερβίρει το γλυκό. Και προσοχή, μην κάνει καμιά γκάφα και παρεξηγηθεί ο γαμπρός και χαλάσει το συνοικέσιο. Το ίδιο κι εκείνος, καινούργιο κοστούμι, ατσαλάκωτος, ευγενικός, μελιστάλακτος, ώστε να κάνει καλή εντύπωση στη νύφη. Στην πρώτη αυτή επίσκεψη παρών και ο συμπεθεριάστης, που γέλαγαν ως και τ’ αυτιά του για το ευχάριστο αυτό τέλος.

Κι η γειτονιά ανάσταση. Αν ο γαμπρός ερχόταν με τα πόδια, είχαν ευκαιρία να τον «ψιλοκοσκινίσουν». Αν όμως ήταν από άλλο χωριό κι ερχόταν με αμάξι, τότε στριμωξίδι μέσα από τα παράθυρα και τις κουρτίνες, ποια θα τον δει καλύτερα. Άκρατο ενδιαφέρον, ανάμικτο με πολλά συναισθήματα, πίκρες, ζήλια και ανεκπλήρωτους πόθους.

Την Κυριακή ήταν η πρώτη έξοδος του ζευγαριού, που αλλού στην Εκκλησία και ύστερα στα μαγαζάκια του χωριού. Αγκαζέ η νύφη με τον μνηστήρα. Το πρώτο θέμα κουτσομπολιού για όλο το χωριό.

Κι έφθαναν οι παραμονές του γάμου. Τα προικιά όλα στην εντέλεια και έτοιμα για μεταφορά, στρώσιμο του κρεβατιού, τα ρύζια, τα κουφέτα, τα άνθη, οι ευχές, κι ένα αγοράκι να το κυλίσουνε πέρα δώθε στο κρεβάτι της νύφης για γούρι, για να γεννήσει αγόρι.

Και την ημέρα του γάμου οι τελευταίες απόρρητες συμβουλές της Μάνας προς την κόρη… για τα «μελλούμενα».

Γλέντι στο σπίτι του γαμπρού λίγο πριν την εκκλησιά, το ίδιο και στης νύφης και ύστερα τραπέζι, τραγούδια και χοροί μέχρι αργά το βράδυ και ποτέ την άλλη μέρα.

Κι αν η νύφη ήτανε από διπλανό χωριό, τότε η συνοδεία του γάμου γίνονταν πίσω από το ζώο που μετέφερε τη νύφη κι από τα άλλα ζώα που κουβαλούσαν τα προικιά.

Ο γάμος τότε ένα σφιχτό δέσιμο.

Ο γάμος σήμερα, μια συμφωνία δεμένη από μια λεπτή κλωστή, έτοιμη να σπάσει κάθε στιγμή.

Πολλά είναι τα αίτια. Άλλαξαν βλέπετε πολύ τα πράγματα από τότε.

Κι αλλάζοντας η ζωή, άλλαξε κι η γυναίκα, φάνηκε. Πέταξε από πάνω της εκείνο το παλιό ντύσιμο που την προστάτευε από τις δύσκολες δουλειές του σπιτιού, το φούρνισμα, το κρύο και τον ήλιο.

Η γυναίκα άρχισε να περιποιείται τον εαυτόν της. Έβγαλε τις λαστιχένιες γαλότσες, κι έβαλε πάνινες παντόφλες και δεν ξεκουραστήκανε μονάχα τα ποδάρια της, αλλά και τ’  αυτιά της από εκείνο το «ντούκου ντούκου» σε κάθε βήμα.

Ξεκουράστηκε, στάθηκε πλέον όρθια, καμαρωτή, κι άρχισε να λικνίζεται.

Γλύκανε η συμπεριφορά της. Ξεπετάχτηκε, διψούσε την αλλαγή

Και ο άνδρας, είχε πια θηλυκό δίπλα του, ένιωθε έρωτα γι αυτή μέσα του, κι όχι μόνο βοηθό. Έγινε πια κι αυτή λουλούδι, στολίδι του σπιτιού και πλέον υπολογίσιμη.

6

26

27

40

21

23

32

 

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Ιστορικά. Βάλτε στα αγαπημένα σας αυτόν τον σύνδεσμο.

Ένα σχόλιο στο άρθρο “O έρωτας κι ο γάμος στην παλιά ΑγιαΣοφιά.

  1. Και στη Μάσκλινα οι διαδικασίες ήταν ίδιες και απαράλλαχτες. ΄Ετσι λειτουργούσαν και εκεί οι συμπεθεροκόποι και τα συμπεθεριά γενικότερα. Όμως η γνωριμία των ζευγαριών μέσω φωτογραφιών με τους ενδιαφερόμενους Μπρούκληδες στην άλλη άκρη του πλανήτη, θυμίζει την κινηματογραφική ταινία «οι νύφες» που την παρακολουθήσαμε κατ” επανάληψη και κάθε φορά μας άφηνε καινούριες γλυκόπικρες αναμνήσεις. Αλλά και η μεταφορά της νύφης από το χωριό μας στην Αγιά Σοφιά με το σαμάρι του ζωντανού που τη μετέφερε στρωμένο με τις κάτασπρες κουβέρτες , των προικιών της πάνω στα μουλάρια που ήταν δεμένα ξωπίσω του και των συγγενών συνοδών της αποτελεί εικόνα που μόνο η γενιά μας είχε την τύχη και την ευλογία να την οραματιστεί, για να μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη της. Συγχαρητήρια στο συντάκτη που μας γύρισε τόσα χρόνια πίσω στη ζωή.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
Ιστοσελίδα

Εισάγετε το αποτέλεσμα της πράξης παρακάτω, αποδείτε ότι δεν είστε ρομπότ *