Το τραγούδι της ρεματιάς

Την ησυχία των κατοίκων του χωριού, διαταράσσει ευχάριστα τούτη την περίοδο, ο χαρακτηριστικός  εκείνος ήχος του νερού που κυλάει στη ρεματιά.

Οι πιο ρομαντικοί μιλούν για το κελάρυσμα του ποταμού, άλλοι πάλι με έντονα ποιητική διάθεση, κάνουν λόγο, για το τραγούδι της ρεματιάς.

Ποικίλους χαρακτηρισμούς έχουν προσδώσει άπαντες, ντόπιοι και ξένοι, σε αυτόν το μονότονο και ποθητό ήχο που συνοδεύει τη ζωή των κατοίκων, εδώ και 150 περίπου χρόνια.

Άλλοι πάλι, πιο λίγοι όμως και νοσταλγοί του όμορφου παρελθόντος, υποστηρίζουν ότι ο ήχος αυτός, σμερδεμένος με τις φωνές των πουλιών και το φύσημα του αγέρα, μοιάζει σαν σιγανοψιθύρισμα των άψυχων και έμψυχων όντων, που «ζούσαν» κάποτε στη ρεματιά. Οι βρύσες, οι νερόμυλοι, οι ποτιστές, οι μυλωνάδες, οι πλύστρες, οι αγωγιάτες  και τόσοι άλλοι….

Σιγανοψιθύρισμα για την αίγλη της εποχής τους και τον παλιό καλό καιρό που πέρασε ανεπιστρεπτί….

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Περιβάλλον. Βάλτε στα αγαπημένα σας αυτόν τον σύνδεσμο.

Ένα σχόλιο στο άρθρο “Το τραγούδι της ρεματιάς

  1. Θυμάμαι κάθε φορά που περνούσαμε τη ρεματιά, με το γαϊδουράκι φορτωμένο, για την καλλιέργεια των περιβολιών, το ζώο να σταματά και να πίνει νερό από συγκεκριμένες γούρνες, υπό το ρυθμικό σφύριγμα του αγωγιάτη. Κι ύστερα κάνοντας περίτεχνες δρασκελιές, για να αποφύγει τις μεγάλες γούρνες, να ξεκινά απότομα παίρνοντας το δρόμο για τα περιβόλια. Θυμάμαι τα μεσημέρια της Άνοιξης που παίζαμε στο ποτάμι, πιάνοντας βατράχια και καβούρια, την ώρα που οι γονείς έσπερναν την πατάτα και άλλα λαχανικά στα διπλανά περιβόλια. Θυμάμαι και την έντονη παρουσία των συγχωριανών μου, που ο καθένας είχε τη δική του γούρνα στο ποτάμι για τις αγροτικές τους δουλειές (γέμισμα ψεκαστήρας κ.α.), ορισμένοι μάλιστα και το δικό τους λάκκο για το πότισμα των περιβολιών.
    Θυμάμαι ακόμα και τους παλιούς που μας μιλούσαν με υπερηφάνεια και νοσταλγία για τη ζωντάνια που είχε η ρεματιά του χωριού. Για τους ποτιστές με τις φωνές τους, για τους καλλιεργητές των περιβολιών, για τους κατοίκους της Μπερτσοβάς που ξελημέριζαν εκεί για να πλύνουν και να στεγνώσουν τα κιλίμια και για τους μυλωνάδες που έτρεχαν να προϋπαντήσουν τους πελάτες, που κατέφθαναν για άλεσμα και να τους οδηγήσουν, ο καθένας στο δικό του μύλο….
    Και επειδή η θύμηση εκτός από λύπη, προκαλεί ταυτόχρονα ευχαρίστηση και επιφέρει κίνητρο για πρόοδο, θα εξακολουθώ να θυμάμαι.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
Ιστοσελίδα

Εισάγετε το αποτέλεσμα της πράξης παρακάτω, αποδείτε ότι δεν είστε ρομπότ *