Οι «Αθηναίοι» που δεν ξέχασαν…!

Η πρώτη όμορφη εικόνα, ήταν οι πρασινάδες που είχαν φυτρώσει ανάμεσα στα βραχάκια της αυλής, στολίζοντας, σαν μικρές γλάστρες, το όμορφο «παλατάκι», κάπου στα Δώθε Σιαβελιάνικα.

Είχε έλθει και η δική μας σειρά για επίσκεψη στο φιλόξενο σπιτάκι, η οποία είχε προγραμματιστεί, κατά τις 6.00 μ.μ.

Ο ιδιοκτήτης του, μας περίμενε σκυμμένος επάνω σ’ ένα ταψί, όπου με ιδιαίτερη επιμέλεια έφτιαχνε καντηλήθρες απ’  τις «λουμπινιές»,  που εξακολουθούν να φυτρώνουν για δεκάδες χρόνια τώρα και να ομορφαίνουν την αυλή του πατρικού σπιτιού.

Έχει έλθει εδώ και καιρό για διακοπές στη γενέτειρά του, μαζί με τη σύζυγό του και θα παραμείνουν μέχρι της «ΑγιαΣοφιάς», κάτι που κάνουν αδιαλείπτως για αρκετά χρόνια από τότε που βγήκε στη σύνταξη, κατ’ επιθυμία μάλιστα και της συντρόφου.

Μετά από δεκάδες  χρόνια απουσίας για επαγγελματικούς λόγους, πρώτα στο Σικάγο κι ύστερα στην Αθήνα, του ‘χει λείψει το χωριό και τώρα προσπαθεί με κάθε ευκαιρία ν’ αντισταθμίσει ότι έχασε από τα χρόνια που πέρασαν.

Καλοκαιρινές διακοπές, εκκλησιασμός στις μεγάλες γιορτές, συμμετοχή στις δραστηριότητες του Πολιτιστικού Συλλόγου, επισκέψεις στη «μικρή βουλή» του χωριού – το καφενείο, πρωινοί περίπατοι στα σοκάκια…

Το τραπεζάκι στήθηκε κάπου στην άκρη του μπαλκονιού για να παρέχει άπλετη θέα, απ’ άκρη σ’ άκρη σε ολόκληρη τη ρεματιά, έως ψηλά στου Χούζαρη, εκεί που κάποτε η οικογένεια είχε το αμπέλι… «εκατό βούτες σταφύλι….» μας έλεγε.

Η κυρά του σπιτιού πηγαινοήλθε αρκετές φορές, μέχρι που το τραπέζι γέμισε ασφυκτικά. Και σα να το’ χε επιδιώξει, ο καφές σερβιρίστηκε την καλύτερη ώρα της ημέρας. Την ώρα που ο ήλιος έγερνε πίσω απ’ τον Κόζικα, βάφοντας, με ένα περίεργο κίτρινο και πορτοκαλί χρώμα, την απέναντι βουνοπλαγιά, κάτι που μπέρδεψε το φωτόμετρο της μηχανής και δεν απέδωσε σωστά.

Εκείνη ακριβώς την ώρα, τότε που η συζήτηση είχε έντονο νοσταλγικό χαρακτήρα και το αεράκι του Πάρνωνα μπάτσιζε τα πρόσωπα των συνομιλητών, τότε…, πέρασε απ’ το νου, ο καλύτερα δυνατός ορισμός της ευτυχίας, που έδωσαν κατά καιρούς, οι σοφοί άνθρωποι του κόσμου. Άλλοι μίλησαν για κάτι απλό, ολιγαρκές και λιτοδίαιτο. Άλλοι πάλι, είπαν ότι, ευτυχία είναι να έχεις γαλήνη και ηρεμία στο σπίτι σου. Κι αν είναι και στο πατρικό, τόσο το καλύτερο…!

Η κυρά του σπιτιού, επιδιώκοντας την τελειότητα στην υποδειγματική της φιλοξενία, επέμενε για ξενάγηση και στους εσωτερικούς χώρους.

Εκεί ήταν όλα όπως παλιά, για να θυμίζουν … τα παλιά!

Το εικόνισμα, τα μικροέπιπλα, οι κουρελούδες, το μπαούλο, το ξύλινο πάτωμα. Και οι μαυρόασπρες φωτογραφίες των γονιών και των παππούδων, κι αυτές σε περίοπτη θέση και σε κατάλληλη οπτική γωνία και απόσταση μεταξύ τους, ώστε να μην κουράζουν μάτι και μυαλό.

Ο ήλιος είχε αποχαιρετήσει πλέον το χωριό και η αντηλιά του έμπαινε ασθενική, μέσα στη σάλα του σπιτιού, από τα μικρά σε μέγεθος παράθυρα.

Από εκείνα τα παράθυρα πρωτοείδαν τα παιδιά τον έξω κόσμο. Τις πρώτες ηλιαχτίδες, τις πρώτες στάλες της βροχής. Από εκεί, ανάμεσα απ’ τα μικρά πελεκητά αγκωνάρια που τα περικλείουν, λαχτάρισαν από χαρά, βλέποντας τις πρώτες νιφάδες χιονιού, να πασπαλίζουν τα δένδρα της αυλής. Τα σφενδάμια, τις βελανιδιές, την Αμυγδαλιά και τη Μουριά, που εξακολουθεί ακόμα να υπάρχει, πιο γέρικη όμως και πιο κουφαλωμένη.

Κάποιος μάλιστα, είχε περικυκλώσει με πετρούλες τον κορμό της στο ύψος του εδάφους. Σα να ήθελε να τονίσει την παρουσία της και να την ομορφύνει ακόμα περισσότερο. Σα να ήθελε να την ευχαριστήσει για τον ίσκιο που έδινε τόσα χρόνια στα παιδιά. Σα να ήθελε να την παρακαλέσει, λέγοντας: «Ζήσε λίγο ακόμα…»

– Ως και εκείνος ο βράχος δίπλα στην Αμυγδαλιά, έχει πολλά να πει, διέκοψε την ξενάγηση ο ιδιοκτήτης

Και συνέχισε, επεξηγώντας.

– Κάθε βράδυ, είχαμε έναν μόνιμο καυγά με τον αδελφό μου τον Τάκη. Τσακωνόμασταν για το ποιος θα κοιμηθεί μαζί με τη γιαγιά. Κάθε βράδυ το ίδιο πρόβλημα. Τις περισσότερες όμως φορές, κατάφερνα και κοιμόμουν εγώ, γιατί σαν μικρότερος, είχα κερδίσει τη συμπάθειά της. Μια μέρα λοιπόν, μικρό παιδάκι, κατουρήθηκα στον ύπνο. Τότε ο αδελφός μου για να μ’ εκδικηθεί, ανέβηκε σ’ εκείνο το λιθάρι, για να έχει καλή ακουστικότητα. Ύστερα έβαλε τις παλάμες του αριστερά και δεξιά απ’ το στόμα του και άρχισε να φωνάζει, με κατεύθυνση προς το χωριό.

– Ο Γιώργος κατουρήθηκεεε, … ο Γιώργος κατουρήθηκεεεεεε…..

– Ε λοιπόν, κάθε φορά που αντικρίζω εκείνο το λιθάρι, θυμάμαι τον αδελφό μου, που τώρα «λείπει» από κοντά μας. Θυμάμαι τη μάνα μου, θυμάμαι τη γιαγιά μου…!

6

20

1

2

5

7

8

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Νέα. Βάλτε στα αγαπημένα σας αυτόν τον σύνδεσμο.

2 σχόλια στο άρθρο “Οι «Αθηναίοι» που δεν ξέχασαν…!

  1. Τι όμορφο !!!Σ΄ ευχαριστούμε πολύ..
    Τόσο παραστατικό το κείμενο σαν να ήμουν και εγώ εκεί.
    Συγκινήθηκα γιατί και εγώ έχω ζήσει υπέροχες στιγμές στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια στο πανέμορφο χωριό και στο γλυκό σπίτι της Θείας Τζίμενας…
    Το σπίτι το πάντα ανοιχτό και φιλόξενο ..
    Μοιάζει η Αγιά Σοφιά να έχει κάτι από την ομορφιά του Παράδεισου κάτι μαγικό και απόκοσμο ..μια ενέργεια που γεμίζει την ψυχή ..
    Ευχαριστούμε για το έργο σας να μας κρατάτε σε συντονισμό με το αγαπημένο μας χωριό και τους αγαπημένους μας ανθρώπους ..Να είστε πάντα καλά..

  2. Ένα πολύ ωραίο και συγκινητικό αφιέρωμα στην επιστροφή στο πατρικό σπίτι, στο πανέμορφο χωριό μας, που ξανανιωνει τους μεγαλύτερους κι ηρεμεί και ξεκουράζει τους νεότερους.
    Ευχόμαστε και εσείς να είστε όλοι καλά , ώστε να συνεχίζετε την προβολή της ομορφιάς και της ιστορίας του γραφικού χωριού μας.
    ΣΟΦΗ Δ. ΣΙΑΒΕΛΗ – ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΧΡΥΣΙΚΟΣ

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
Ιστοσελίδα

Εισάγετε το αποτέλεσμα της πράξης παρακάτω, αποδείτε ότι δεν είστε ρομπότ *