Η πογάνα.

Η λιτότητα που χαρακτήριζε το μαγειρειό και τα κουζινικά σκεύη των σπιτιών, των κοντινών μας προγόνων, μητέρων και γιαγιάδων μας, ήταν λίγο πολύ γνωστή σε όλους, ειδικά σε αυτούς που μετρούν λίγες δεκάδες χρόνια στην ηλικία.

Μια τέντζερη, ένα ταψί, μια κουτάλα και μια κεψέ και μερικά χάλκινα πιάτα και κουταλοπήρουνα, ήταν τα κύρια σκεύη, τα οποία χρησιμοποιούσαν στο νοικοκυριό τους. Πολλές φορές μάλιστα, η μια νοικοκυρά, δάνειζε στην άλλη μερικά από αυτά.

Και η νοστιμιά εκείνων των φαγητών, ειδικά των ψητών κρεάτων, κατά κοινή ομολογία, ήταν ασύγκριτη σε σχέση με τα σημερινά.

Ένας από τους λόγους που συνέβαινε αυτό, δεν ήταν μόνο η ποιότητα των υλικών και ο παραδοσιακός τρόπος μαγειρέματος, αλλά και το είδος των μαγειρικών σκευών που χρησιμοποιούσαν.

Ένα από αυτά τα σκεύη, που δεν έλειπε από κανένα σπίτι, το οποίο υποκαθιστούσε τον παλιό πέτρινο φούρνο, ή τη σημερινή ηλεκτρική κουζίνα, ήταν και η πογάνα, ή μπογάνα.

Η πογάνα, ήταν ένα πήλινο σκεύος, στρογγυλού σχήματος με διάμετρο περίπου 80 εκατοστών και ύψος περίπου 50 εκ., με κοίλο – κούφιο εσωτερικό, που έμοιαζε σαν ένας μικρός λόφος.

Η κατασκευή της απαιτούσε ιδιαίτερη τέχνη. Και όσες γυναίκες στο χωριό ασχολούνταν με αυτές, ήταν περιζήτητες σε κάθε σπιτικό, είτε για να κατασκευάσουν μία από την αρχή, ή να αντικαταστήσουν όσες είχαν φθαρεί με την πάροδο του χρόνου.

Πρώτη ύλη ήταν το ποχανόχωμα, το οποίο έβγαινε σε λίγες μόνο τοποθεσίες του χωριού και ύστερα το μαλλί από τράγο (τραγόμαλλο). Όλα αυτά, ζυμώνονταν με τα πόδια μέσα σε ένα καζάνι κι ύστερα ξεραίνονταν επί ημέρες στον ήλιο, αφού πρώτα η μαστόρισσα έδινε στην πογάνα το κατάλληλο σχήμα, χρησιμοποιώντας ως μήτρα (καλούπι) ένα μικρό σωρό από άμμο. Στην κορυφή, άνοιγαν δύο οπές από τις οποίες περνούσαν ένα ξύλινο στρογγυλό δοκάρι, ώστε να την μεταφέρουν, ανά δύο, λόγω του αυξημένου βάρους της.

Τα παλιότερα χρόνια, το Κυριακάτικο ψητό στο όμορφο χωριό μας, ψήνονταν συνήθως στην πογάνα. Η νοικοκυρά, αφού σήκωνε το πήλινο σκεύος, δίνοντας του μία κλίση περίπου 60 μοιρών, έκαιγε με φωτιά (που άναβε κάτω από αυτή) το εσωτερικό της, μέχρι η πογάνα να αλλάξει χρώμα, τείνοντας προς το λευκό. Ύστερα έβαζε το ταψί με το φαγητό κάτω απ’ αυτή και το σκέπαζε με το ίδιο το σκεύος.

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ψησίματος στην πογάνα, ήταν ότι το φαγητό γίνονταν πάντα πεντανόστιμο, ζουμερό, κρατώντας όλα τα υγρά του, κανονικά ψημένο (ούτε ωμό, ούτε παραψημένο) και κυρίως πάντοτε ζεστό, όποια ώρα της ημέρας κι αν άνοιγε η πογάνα.

Ο ΑγιαΣοφίτης του Κιβερίου, που με πολύ επιμέλεια, την κατασκεύασε προσφάτως, φαίνεται πως κάτι, μέσα του, νοστάλγησε. Κάτι ήθελε να φέρει πίσω, κι αυτό είναι αρκετά ενθαρρυντικό.

Ίσως τη γιαγιά του, τη Σπύραινα, που ήταν μαστόρισσα στην τέχνη της πογάνας.

Ίσως τη νοστιμιά εκείνων των ψητών.

Ίσως και κείνη τη νοσταλγική εποχή, που χάθηκε μαζί με την πογάνα. Εκείνες τις Κυριακές, που οι νοικοκυρές έκαιγαν τις πογάνες, λίγο πριν κατηφορίσουν στην κατάμεστη εκκλησιά. Χαρούμενες και γελαστές, αναλογιζόμενες την ευτυχία της υπόλοιπης ημέρας.

2

1

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Ιστορικά. Βάλτε στα αγαπημένα σας αυτόν τον σύνδεσμο.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
Ιστοσελίδα

Εισάγετε το αποτέλεσμα της πράξης παρακάτω, αποδείτε ότι δεν είστε ρομπότ *