Κυριάκος Μπακούρης.

Ήταν γιος του Γιαννάκου και της Αγγελικής.

Ο πατέρας του είχε το παρωνύμιο Κυριαζάκος, κι ήταν ανάπηρος, με  το ένα πόδι ξύλινο. Τη μάνα του τη σφάξανε οι αντάρτες.

Μοναχοπαίδι και καλοαναθρεμμένος απ’ τους γονείς του. Κατείχε ανωτέρου επιπέδου μορφωτικό επίπεδο για την εποχή, το οποίο δυστυχώς δεν εκμεταλλεύτηκε για να ζήσει καλύτερα, όλα τα στάδια της ζωής του, ιδίως το τελευταίο. Αυτό ήταν και το παράπονο που τον βασάνιζε. Και το έλεγε συνεχώς, μέχρι το θάνατό του.

Το 1925 φοιτούσε στο Τμήμα Φυσικών και Μαθηματικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς όμως να καταφέρει να πάρει πτυχίο.

Ο Πόλεμος του 1940 τον βρήκε να υπηρετεί σε Τάγμα Επιτάξεων στη Λάρισα, φέροντας το βαθμό του Υπολοχαγού. Ως Πρόεδρος Επιτροπής επιτάξεως κτηνών για τα Αλβανικά βουνά, είχε συγκεντρώσει μεγάλη εξουσία στα χέρια του. Σε αυτόν απευθύνονταν οι Δήμαρχοι και οι Πρόεδροι κάθε Κοινότητας, σχετικά με τα ζώα (μουλάρια επί το πλείστον), που έπρεπε να οδηγηθούν σε ειδικούς χώρους για επίταξη, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο Μέτωπο.

Χαρακτηριστικά είναι τα αποσπάσματα από την επιστολή του Προέδρου της Κοινότητας Δεσφίνης ΠΑΡΝΑΣΣΙΔΟΣ, ο οποίος απευθυνόμενος προς αυτόν, δια μέσω της επιστολής, κατέβαλλε προσπάθειες, ώστε να μην οδηγηθούν όλα τα ζώα του χωριού στο Μέτωπο, αλλά να μείνουν και μερικά για τις δουλειές του χωριού.

« η προσαγωγή των εν λόγω κτηνών εις τοσαύτην μέχρι Αμφίσης απόστασιν και μάλιστα υπό τας σημερινάς καιρικάς συνθήκας, λαμβανομένου υπ’ όψιν της στρατεύσεως πολλών κατόχων αυτών και ότι πρόκειται περί αχρήστων επιπλέον και ανήλικων ζώων, αλλά και περί όνων και αλωνιστικών ίππων, αγελαίων (λακινιάρικα), κρίνεται εις άκρον δυσχερής. Πολλαί γυναίκες θηλάζουσαι τέκνα και είναι πολύ δύσκολο να προσαγάγωσιν αι ίδιαι αυτόθι τα ζώα, αλλ’ ούτε και ν’ αποστείλωσι δι άλλων ταύτα είναι εύκολον……….. Προσθέτωμεν ότι η οδήγησις αυτόθι των αλωνιστικών ίππων, ως αγρίων και σχετικά, κρίνεται παρά των κατόχων από πολλών απόψεων δυσκολοτάτη και παρακαλούμε όπως και επ’ αυτού τύχωμεν απαντήσεώς σας »

                 Εν Δεσφίνη τη 12 Φεβρουαρίου 1941

Ο Πρόεδρος της Κοινότητας

(Τ. Υ.)

Ανδρέας Γ. Παπαγεωργίου

 

Μπορούσε και ΄κει στις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, να συνεχίσει επιτυχώς τη σταδιοδρομία του, ως Αξκος, πράγμα όμως που τελικά δεν έκανε.

Γλέντησε για τα καλά την «Αθηναϊκή ζωή» από φοιτητής έως και μετά τον πόλεμο, μέχρι που εγκαταστάθηκε στην γενέτειρα του.

Εμείς τα παιδιά που ψοφάγαμε για «τέτοια», παρακολουθούσαμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις αφηγήσεις για τη μεγάλη του ζωή κι έχουμε κρατήσει ορισμένες διασκεδαστικές ιστοριούλες στο μυαλό μας. Όπως αυτή που μας έλεγε, όταν κάποια φορά Αξ/κος του Ελ. Στρατού, θέλησε να διανυκτερεύσει (όχι μόνος) σε κάποιο δωμάτιο ξενοδοχείου. Και αναγκάστηκε να «ξαπλώσει» με τις στρατιωτικές μπότες (μέχρι το γόνατο) αφού αυτές είχαν φουσκώσει απ’ τη βροχή και δεν έβγαιναν, παρόλο που όλο το βράδυ προσπαθούσε, τραβώντας και βλασφημώντας…………

Τελικώς, όπως και για πολλούς άλλους, αποτέλεσε και γι αυτόν η Αγια Σοφιά το πιο ασφαλές καταφύγιο.

Ομορφόπαιδο, καλοντυμένος, γλυκομίλητος με ικανοποιητική πνευματική κατάρτιση, συγκριτικά με τις δυσκολίες της εποχής. Άριστος χειριστής της γλώσσας.

Είδηση αποτελούσε εκείνα τα χρόνια, όταν κατέβαινε ο Κυριάκος από την Αθήνα στο χωριό. Από μέρες πριν έτρεχε το νέο: «Έρχεται ο Κυριάκος». Προπάντων για τα κορίτσια και για το μεγάλο έρωτά του. Δε θ’ αποκαλύψουμε ποιόν, αλλά άκρα σφοδρός έρωτας όπως μας έλεγε η Γιωργίτσα. Κι αυτή τά ξερε όλα……., τα πάντα!

Στο χωριό, έως την καταβολή της σύνταξης του Ο.Γ.Α., ζούσε κυρίως απ’ τα πενιχρά γεωργικά εισοδήματά του. Ποτέ όμως δεν καλλιεργούσε ο ίδιος, παρά έβαζε εργάτες σε ελιές, αμπέλια και συκιές. Σκληρός εργοδότης, όπως και στο χαρακτήρα.

Έρμος στη ζωή. Επέλεξε ο ίδιος το σκληρό δρόμο της μοναξιάς, κι ίσως γι αυτό περιποιόταν κάτι παραπάνω τους μοναδικούς του συντρόφους. Το κοπάδι με τις γάτες, αλλά και τον καφετί βασταγό του, τον οποίο κάθε Κυριακή καβαλίκευε απαρεγκλίτως, βάζοντας προορισμό πότε για τη Μπερτσοβά και πότε για τη Μάσκλινα. Άλλοτε για να πουλήσει σύκα κι άλλοτε για τις ταβέρνες του Μακρή και του Σκλημπόσιου. Χοιρινό με σέλινο ήταν το αγαπημένο του φαγητό. Και τόλεγε για αρκετές μέρες στο χωριό, μέχρι και την άλλη Κυριακή, λες και  ακόμα το γευόταν.

Γραφική φιγούρα στο χωριό για αρκετά χρόνια. Ποτέ δεν αποχωρίζονταν τις στρατιωτικές του αρβύλες, αλλά ούτε εκείνο το στρατιωτικό φαιοπράσινο πουκάμισο και παντελόνι, που άλλαζαν χρώμα με τον καιρό.

Ήταν ο πιο τακτικός θαμώνας των καφενείων του Αγγελή και του Λεγγέρα. Το Χειμώνα, τον έβρισκες, να στέκει με τα πόδια τεντωμένα, ακριβώς μπροστά στην ξυλόσομπα και άλλοτε γύρω απ’ αυτήν, λες και την είχε αγκαλιάσει.

Το Καλοκαίρι, πάντα κάτω απ’ τον ίσκιο της μουριάς, πότε διαβάζοντας δανική εφημερίδα, πότε παίζοντας δηλωτή για να εξασφαλίσει τον καφέ του και πότε πειράζοντας τους πολιτικούς του αντιπάλους για να εξασφαλίσει, με τις αντιδράσεις τους, ένα εύθυμο απόγευμα. Και το κατάφερνε.

Ποιο αντιδραστικός ο γεροΦίλιππας, ο οποίος πετούσε τα χαρτιά στο τραπέζι, κουνούσε τα χέρια απειλητικά και έφευγε με μεγάλους λάντζους. Λιγότερο αντιδραστικός ο Τασόγιαννης. Αυτός, λόγω κινητικών προβλημάτων, περιορίζονταν μόνο στην απαγγελία ρητορικών γνωμικών, αφού το πειραχτήρι, καθόταν πιο μακριά απ’ την ακτίνα δράσης της μαγκούρας του.

Ποιο νηφάλιος απ’ όλους ο Μήτσος ο Καραζάνος. Αυτός διερχόμενος με αργό, νωχελικό βηματισμό, σαν βρέφος που έκανε τα πρώτα του βήματα, του έλεγε: « Κυριάκο, σε αυτό που μου είπες θα σου απαντήσω ύστερα ,…….στο γυρισμό»

Για εκείνο που θα θυμόμαστε περισσότερο εμείς οι νεώτεροι τον Κυριάκο, είναι η πνευματική παρακαταθήκη που μας άφησε, υπερασπιζόμενος τις απόψεις του μεγαλόφωνα για την πολιτική και τους πολιτικούς και άλλα τοιαύτα : « Θα χω πεθάνει εγώ τότε που στρέξουν όλα τα αρνητικά τους. Τότε θα με θυμηθείτε……»

Και βγήκε αληθινός. Σίγουρα θα χε κι άλλα να μας πει. Ντρεπόταν όμως, ποιος ξέρει γιατί!

Τ’ άφησε όμως να εννοούνται:   «Τα στερνά νικάν τα πρώτα». Αυτό ερμηνεύσαμε εμείς, μέσα από τις βαρυγκώμιες, τις βλαστήμιες και τα μισόλογα, που κάθε φορά μας έλεγε.

Θα τον θυμόμαστε όχι μόνο γι αυτά, αλλά περνώντας τα χρόνια, μετά λύπης αρχίζουμε να υιοθετούμε τις απόψεις του, για το πώς ερμήνευαν την έννοια «Πατρίδα» οι περισσότεροι πολιτικοί, αλλά και για τον τρόπο σκέψης του μυαλού των γυναικών. Άλλο πάλι σκοτεινό σημείο αυτό. Άβυσσος!!! Βλέπετε είχε σπουδάσει για τα καλά  και το ένα, αλλά και το άλλο είδος.

Τις τελευταίες μέρες της ζωής του υπέφερε απ’ την ανημπόρια και τη μονάξια, ζώντας κυριολεκτικά σ’ ένα ερημόσπιτο που έμπαζε από παντού.

Τον βρήκαν παγωμένο, κάποιο χειμωνιάτικο πρωινό πάνω στο κρεβάτι του, κρατώντας στο ένα χέρι το καλώδιο της ηλεκτρικής κουβέρτας και στο άλλο μερικά χιλιάρικα. Κάτω απ’ το κρεβάτι βρέθηκε ένα γεμάτο 38αρι Smith & Wesson. Το πήρε η Αστυνομία που έκανε την προανάκριση.

Λες και πέθανε τον απολύτως αναγκαίο χρόνο, αφού σε λίγους μήνες κατέρρευσε η σκεπή του σπιτιού. Θα τον πλάκωνε από κάτω.

Κοντινούς κληρονόμους δεν είχε.

Το επόμενο διάστημα το σπίτι έγινε άνω κάτω από επίδοξους κυνηγούς θησαυρών και λιρών, [τρομάρα τους… «Ο νηστικός στον ύπνο του……..»]. Πέρασαν πολλοί. Του κάκου όμως…

Κάποιος πήρε ως ενθύμιο το ρολόι του και κάτι μικροαντικείμενα ιστορικής αξίας.

Άλλος πάλι, κάτι 38αρες σφαίρες και λίγα χιλιάρικα που βρήκε τρυπωμένα σε μια γωνιά, λες και η θεία πρόνοια τον αντάμειψε για κάτι υπηρεσίες, που κάποτε του πρόσφερε ….

Κάποιο παιδί, σπάνια πολύτιμα έγγραφα και κάτι παλιές φωτογραφίες ……

1

2

3

4

6 Κυριάκος 3

7

8

9

10

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Ιστορικά. Βάλτε στα αγαπημένα σας αυτόν τον σύνδεσμο.

Ένα σχόλιο στο άρθρο “Κυριάκος Μπακούρης.

  1. To παρόν άρθρο, αποτελεί ένα μνημόσυνο, σε μια ξεχασμένη φιγούρα των παιδικών μας χρόνων, σε έναν άνθρωπο που έζησε μόνος του και ταλαιπωρήθηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
    Ο μπαρμπαΚυριάκος, εμάς τα παιδιά, μας ωφέλησε με τις συμβουλές του, με τις πράξεις του, αλλά και τις παραλείψεις του.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
Ιστοσελίδα

Εισάγετε το αποτέλεσμα της πράξης παρακάτω, αποδείτε ότι δεν είστε ρομπότ *