Τα ασβεστοκάμινα της ΑγιαΣοφιάς

Bιώνοντας όλοι μας, όσο περνούν τα χρόνια, τις δυσκολίες της καθημερινότητας που αντιμετωπίζουμε, για να εξασφαλίσουμε έναν αξιοπρεπή, αν όχι πλήρως άνετο, βίο, όλο και περισσότερο εντείνεται ο θαυμασμός μας για την οργάνωση της τοπικής κοινωνίας των κοντινών μας προγόνων, η οποία (οργάνωση) εξασφάλιζε την πλήρη αυτάρκειά τους, σε καταναλωτικά και άλλα αγαθά, παρόλο που ζούσαν εκείνα τα δύσκολα χρόνια, σε μια αποκλεισμένη κοινωνία, στερούμενοι τεχνολογικών καινοτομιών και ειδικού μηχανολογικού εξοπλισμού.

Ένα από αυτά τα αγαθά, το οποίο παράγονταν στον τόπο μας και συνέβαλε στο χτίσιμο των σπιτιών και ολόκληρου του χωριού μας, ήταν κι ο ασβέστης.

ΑΣΒΕΣΤΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ

Για τους λίγους που δεν γνωρίζουν αναφέρουμε ότι, ο ασβέστης είναι ένα φυσικό στέρεο υλικό, διαλυτό στο νερό, που προέρχεται από το πέτρωμα του ασβεστόλιθου. Χρησιμοποιείται στην κατασκευή κονιαμάτων (λάσπης) σαν συγκολλητικό υλικό, διότι έχει την ιδιότητα να ξηραίνεται αμέσως και να σκληραίνει, συνδέοντας έτσι σταθερά τις πέτρες μεταξύ τους. Χρησιμοποιείται επίσης στην παρασκευή αμμωνίας και σόδας, στη βυρσοδεψία, στη ζαχαροβημιοχανία και σε πολλές άλλες γνωστές χρήσεις. Ο ασβέστης μέχρι την εφεύρεση και την ευρεία διάδοση του τσιμέντου (1960), ήταν το κύριο δομικό υλικό κάθε λογής κονιάματος.

Παράγεται με πύρωση του ασβεστόλιθου (ενός φυσικού πετρώματος) μέσα σε ειδικά καμίνια, τα Ασβεστοκάμινα και σε θερμοκρασία  περίπου 1000ο Κελσίου. Με αυτόν τον τρόπο ελευθερώνεται διοξείδιο του άνθρακα και μένει οξείδιο του ασβεστίου. Το στέρεο αυτό υλικό είναι ο άσβεστος ασβέστης, το οποίο όταν ενωθεί με νερό εκλύει μεγάλο ποσό θερμότητας και σχηματίζει το υδροξείδιο του ασβεστίου. Το υδροξείδιο του ασβεστίου είναι ο σβησμένος ασβέστης, αυτό το μαλακό πλέον υλικό που χρησιμοποιείται στα κονιάματα, όπως προαναφέραμε. Η χρήση του εξακολουθεί να είναι και σήμερα ευρεία όπως παλιά, διαφέρει όμως ο τρόπος παρασκευής ο οποίος είναι απόλυτα βιομηχανοποιημένος.

1

ΚΑΜΙΝΙΑΡΑΙΟΙ ΤΗΣ ΚΑΣΤΑΝΙΤΣΑΣ

Στην ευρύτερη περιοχή μας (Κυνουρία), μόνο οι Καστανιτσιώτες καμινιαραίοι γνώριζαν πολύ καλά τα μυστικά της τέχνης του ασβεστοποιού, της κατασκευής δηλαδή και της επιτυχής καύσης του Ασβεστοκάμινου. Δεν καταφέραμε να εξακριβώσουμε γιατί αυτοί οι άνθρωποι είχαν ειδικευτεί ειδικά  σ’ αυτή την τέχνη. Πιστεύουμε όμως, ότι αυτό έγινε παραδοσιακώς και από πάππου προς πάππου. Όπως δηλαδή συνέβαινε με πολλούς κατοίκους άλλων χωριών, π.χ. στον Κοσμά της Κυνουρίας άνθισε για πολλά χρόνια το επάγγελμα των Γιωργατζάδων (αυτοί κατασκεύαζαν χτένια γι’ Αργαλειούς), στα Λαγκάδια ήταν γνωστοί οι χτίστες και πελεκάνοι, στη Στεμνίτσα οι αργυροχρυσοχόοι, στο Καστρί οι γύφτοι κι οι βαγενάδες και σ’ άλλα μέρη οι σαμαρτζήδες, οι καλιγωτές, οι κάλφες, οι καρβουνιάρηδες, οι μπακιρτζήδες και άλλοι.

Ξεκινώντας το κυρίως θέμα, ας γυρίσουμε το χρόνο ογδόντα (80) χρόνια πίσω και ας δούμε τι αναφέρει για τα Ασβεστοκάμινα της Αγίας Σοφίας, μια σημαντική ιστορική πηγή του χωριού μας, το Βιβλίο Πρακτικών της Σχολικής Εφορείας του Δημοτικού Σχολείου. Πολλά είναι τα συμπεράσματα που μπορεί να αποκομίσει κανείς, για τη σπουδαιότητα της χρήσης των Ασβεστοκάμινων:

ΠΡΑΞΗ 26η

Η Σχολική Εφορεία Αγίας Σοφίας Κυνουρίας, αποτελούμενη εκ των κάτωθι υπογεγραμμένων αυτής μελών, συνελθούσα εις Τακτικήν συνεδρίαν σήμερον την 12ην Ιουνίου 1938, ημέρα Κυριακή και ώρα 10η πρωϊνή, συζητήσασα δια τας διδακτηριακάς ανάγκας του Σχολείου, απεφάσισεν όπως παρακαλέσει το 5ον Δασαρχείον Κυνουρίας και χορηγήσει εις αυτήν, ατελή άδειαν ασβεστοποιίας δια μίαν μόνον Κάμινον συνολικού ποσού  πεντακοσίων (500) στατήρων, δια τας κατωτέρω διδακτηριακάς ανάγκας ως αύται εκτίθενται και εις την σχετικήν έκθεση εμπειρογνώμονος, ήτοι:

  1. Δια το αμμοκονίαμα ολόκληρου του διδακτηρίου.
  2. Δια την κατασκευήν της κυρίας κλίμακας του διδακτηρίου.
  3. Δια την κατασκευή αποχωρητηρίων του Σχολείου
  4. Δια την πλήρη αποπεράτωση της υδροδεξαμενής του Σχολείου.
  5. Δια την περίφραξη του προαυλίου του Σχολείου δια μανδρότοιχου.
  6. Δια το αμμοκονίαμα του υπογείου του διδακτηρίου.

Εφ ω συνετάχθη η παρούσα, υπογεγραμμένη ως έπεται:

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                       ΤΑ ΜΕΛΗ

KΩΝ.Ν.ΦΑΡΜΑΣΩΝΗΣ      Δ. ΚΑΤΣΟΥΛΟΣ, Α. Ι. ΣΙΑΒΕΛΗΣ                                                                Δ.Γ. ΣΙΑΒΕΛΗΣ, Χ.Α.ΣΙΑΒΕΛΗΣ

4

 

ΛΟΓΟΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΤΩΝ ΑΣΒΕΣΤΟΚΑΜΙΝΩΝ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ

Δύο (2) ήταν οι  κύριοι λόγοι που επιλέχθηκε το χωριό μας ως τόπος κατασκευής Καμινιών και παραγωγής ασβέστου. Αυτοί  είναι ότι, κάτοικοι από το χωριό Καστάνιτσα της Κυνουρίας, διερχόμενοι από παλαιοτέρων ετών από τον ημιονικό δρόμο της Λαγκάδας, εντόπισαν κι εκτίμησαν το φυσικό πλούτο του χωριού μας. Ποιός ήταν αυτός; Η ύπαρξη συμπαγών και επιφανειακών ποσοτήτων ασβεστόλιθου, που βρίσκονταν σε μεγάλη ποσότητα στις βουνοπλαγιές του χωριού, σε συνδυασμό μάλιστα με την ύπαρξη φυσικής καύσιμης ύλης, της αφάνας, ενός αγκαθωτού θάμνου με μεγάλη θερμαντική  ενέργεια.

Ο Ασβεστόλιθος είναι ιζηματογενές πέτρωμα, του οποίου το συστατικό είναι το ανθρακικό ασβέστιο και ανάλογα με τις προσμίξεις ξένων στοιχείων που περιέχει, συναντάται στη φύση σε διάφορους χρωματισμούς. Η Αγία Σοφία έχει απ’ τις καλύτερες ποιότητες. Είναι αυτή η σπάνια κόκκινη πέτρα που είναι χτισμένο το Σχολείο μας και τα περισσότερα σπίτια του χωριού, η οποία δεν συναντάται εύκολα σ’ άλλα μέρη. Αλλού κυριαρχεί η μαύρη και η λευκή πέτρα. Με την πύρωση αυτών των λίθων μέσα σε μεγάλα καμίνια και σε υψηλή θερμοκρασία, οι πέτρες αυτές μετατρέπονταν σε ασβέστη.

Το επάγγελμα του Ασβεστοποιού  ήταν συλλογικό, γιατί η κατασκευή του καμινιού, η ασβεστοποίηση των λίθων και η πώληση του ασβέστη στα καταναλωτικά κέντρα, προϋπόθεταν πολλά έμπειρα εργατικά χέρια. Γι αυτό οι Καμινιαραίοι ήταν μια απόλυτα συγκροτημένη ομάδα εργατών, όπου ο κάθε εργάτης εκτελούσε αποκλειστικά και μόνο κάποια συγκεκριμένη εργασία, υπακούοντας στις εντολές του Πρωτομάστορα. Οι εργασίες κατασκευής και καύσης του Καμινιού, γίνονταν πάντα καλοκαιρινή περίοδο, ώστε να επικρατούν οι ανάλογες καιρικές συνθήκες. Οι Καμινιαραίοι ήταν αναγκασμένοι για το λόγο αυτό, να ξενιτεύονται αρκετές φορές το χρόνο από τον τόπο τους.

Φθάνοντας στην ΑγιαΣοφιά και αφού πρώτα έρχονταν σ’ επαφή με τους κατοίκους για συλλογή πληροφοριών, πρόσληψη εργατών και απόκτηση προμηθειών, άρχιζαν τις εργασίες επιλέγοντας πρώτα απ’ όλα τον τόπο κατασκευής του Καμινιού. Αυτός έπρεπε να είναι σε τέτοιο σημείο ώστε να εξυπηρετεί όλες τις ανάγκες. Σε επικλινές σημείο για προστασία από τα νερά κι απάνεμο, ώστε να μην το πιάνει ο βοριάς και τα ρεύματα του αέρα για όσο το δυνατό μικρότερη απώλεια θερμότητας. Έπρεπε επίσης να είναι χτισμένο μακριά από χείμαρρο κι από ρυάκι για προστασία απ’ τα νερά της βροχής. Άλλοτε αυτός ο χώρος ήταν ιδιόκτητος κι άλλοτε του Δημοσίου. Πάντοτε όμως έπρεπε να είναι κοντά σε σημείο ύπαρξης μεγάλης ποσότητας ασβεστόλιθου κι αφάνας, ώστε οι εργάτες να μην καταπονούνται κουβαλώντας από μακριά τα παραπάνω απαραίτητα υλικά, αλλά και να μην ξοδεύονται ασκόπως χρήματα σε ημερομίσθια.

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΥΣΗ ΤΟΥ ΚΑΜΙΝΙΟΥ

Κατά την εκτέλεση των εργασιών, οι  εργάτες συγκροτούντο σε τρεις (3) ομάδες, η καθεμιά απ’ τις οποίες είχε τη δική της σημαντική αποστολή.

Η μία ομάδα είχε ως αποστολή το κόψιμο κλαριού ή αφάνας και ύστερα το κουβάλημα αυτών στο χώρο έμπροσθεν του Καμινιού. Η καύσιμη ύλη των Ασβεστοκάμινων του χωριού μας ήταν κυρίως η αφάνα και σπανίως τα πουρνάρια. Οι εργάτες σχημάτιζαν μεγάλους σωρούς απ’ αυτές και αφού φορούσαν τα κατάλληλα ρούχα και σκούφους ώστε να μην τρυπιούνται, τις κουβαλούσαν μ’ ένα δικράνι στον ώμο τους.

Η αποστολή της δεύτερης ομάδας των εργατών ήταν πιο κουραστική. Αυτοί φρόντιζαν να κουβαλούν την πέτρα προς ασβεστοποίηση στο χώρο του καμινιού. Και ήταν κουραστική, όχι μόνο λόγω του βάρους αυτής και της μεταφοράς, αλλά λόγω του ότι οι εργάτες έπρεπε να χρησιμοποιούν πέτρα μη επιφανειακή. Πέτρα δηλαδή που δεν έβλεπε ο ήλιος, ώστε να μην είναι αλλοιωμένα τα συστατικά αυτής από τη χρόνια επίδραση των αχτίνων του ήλιου και του αέρα επάνω της. Αυτός ο κανόνας τηρείτο κατά γράμμα για σίγουρη επιτυχία της ασβεστοποίησης. Γι αυτό εξαναγκάζονταν να τις ξελιθρακώνουν. ΄Εσκαβαν δηλαδή επί του εδάφους, δημιουργώντας μικρούς λάκκους (νταμάρια) και έβγαζαν τις πέτρες τεμαχίζοντάς τες σε μικρότερα κομμάτια. Το είδος αυτού του ασβεστόλιθου ήταν αρίστης ποιότητος, «φρεσκότατο» όπως έλεγαν οι παλιοί, την επιφάνεια του οποίου από συστάσεως γης δεν είχαν αντικρίσει ποτέ οι βλαβερές αχτίνες του ηλίου και ο αέρας.

Η τρίτη ομάδα ασχολείτο αποκλειστικά με την κατασκευή, το χτίσιμο δηλαδή του Ασβεστοκάμινου, το οποίο είχε το σχήμα του γεωμετρικού σχήματος κυλίνδρου, με κενό (κούφιο) το εσωτερικό του, όπου εκεί υπήρχε η εστία φωτιάς. Σε αυτή την ομάδα, κοντά στο καμίνι, βρίσκονταν ο πρωτομάστορας κι οι πιο έμπειροι Καμινιαραίοι. Από την εμπειρία τους, εξαρτάτο η επιτυχής κατασκευή του καμινιού, αλλά και η ασβεστοποίηση της πέτρας. Έπρεπε οι Καμινιαραίοι να τηρήσουν επ’ ακριβώς χρόνια μυστικά της τέχνης κι όσα έμαθαν από πάππου προς πάππου, ώστε η επιτυχία της καύσης του καμινιού να είναι εξασφαλισμένη. Διότι πολλές φορές συνέβαινε και το αντίθετο. Άλλοτε κατάρρευση του καμινιού και άλλοτε ελλιπής ασβεστοποίηση της πέτρας, με καταστροφικά οικονομικά αποτελέσματα για την ομάδα των εργατών.

Προτού ξεκινήσει το χτίσιμο του καμινιού, γινόταν η ογκομέτρηση αυτού για να διαπιστωθεί πόσος θα ήταν ο παραγόμενος ασβέστης (ανάλογα τις παραγγελίες), πόσο κλαρί ή αφάνα θα χρειαζόταν και πόσο φόρο έπρεπε να πληρώσουν στην Κοινότητα. Η μονάδα βάρους του ασβέστη ήταν το Καντάρι, το οποίο ισοδυναμούσε με 44 Οκάδες, όπου κάθε οκά ισοδυναμούσε με 1280 γραμμάρια. Επομένως ένα καντάρι ισοδυναμούσε με 56.320 χιλιόγραμμα.

Η ογκομέτρηση γινόταν με πρακτικό, αλλά ακριβή τρόπο. Έχοντας σαν βάση ένα καμίνι 1000 κανταριών παραγόμενου ασβέστη, έπρεπε το εσωτερικό ύψος αυτού να είναι 20 πατούσες (γυμνών ποδιών)  και η εσωτερική διάμετρο της βάσης αυτού, να έχει μήκος  δεκαπέντε (15) πατούσες. Έχοντας σαν πρότυπο τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τη χρόνια πείρα τους, οι Καμινιαραίοι ογκομετρούσαν αναλόγως τον παραγόμενο ασβέστη, βάσει του γινομένου: μήκος διαμέτρου βάσης Χ μήκος εσωτερικού ύψους του καμινιού.

3

ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΣΒΕΣΤΟΚΑΜΙΝΟΥ

Η κατασκευή ενός Ασβεστοκάμινου άρχιζε με το άνοιγμα ενός κυκλικού λάκκου επί του εδάφους, βάθους περίπου  δύο (2) μέτρων και ανάλογης περιφέρειας με το καμίνι, τα θεμέλια του οποίου θα χτίζονταν μέσα σ’ αυτόν. Ύστερα χτιζόταν το καμίνι σε κυλινδρικό σχήμα με πέτρες ασβεστόλιθου, χωρίς όμως την προσθήκη λάσπης, ξερολιθιά. Το ύψος του έφτανε έως και τα 4 μέτρα. Ο χτίστης, χτίζοντας τους τοίχους, αύξαινε, προοδευτικά καθ’ ύψος, το πάχος αυτών προς το εσωτερικό μέρος μόνο, έτσι αυτό εσωτερικά έπαιρνε το σχήμα κώνου και εξωτερικά το σχήμα τρούλου (κοίλο). Την τρύπα που απόμενε στο πάνω μέρος του τρούλου την έκλεινε με μια μεγάλη πέτρα σε σχήμα σφήνας, την οποία ονόμαζαν παπά.

Στη βάση του καμινιού στο ύψος του εδάφους, άφηναν μια μικρή πόρτα (οπή), η οποία αποτελείτο από δύο κάθετες πέτρες και δύο πλάγιες πάνω απ’ αυτές, τα μάγουλα, όπως τα έλεγαν. Η πόρτα αυτή επικοινωνούσε με τον εσωτερικό χώρο του καμινιού όπου υπήρχε η θερμαντική πηγή. Οι πέτρες προς ασβεστοποίηση ήταν αυτές που βρίσκονταν στον τρούλο, στην κορυφή δηλ. του καμινιού, οι οποίες λέγονταν και φόρτωμα του Ασβεστοκάμινου.

Μετά το πέρας της κατασκευής το δημιούργημα ήταν όντως εκπληκτικό και αξιοθαύμαστο. Διάσπαρτα ήταν στο χωριό μας τέτοια ασβεστοκάμινα.

Σήμερα τα περισσότερα είναι ερείπια, εκτός από ένα, το ονομαζόμενο «φορτωμένο καμίνι», το οποίο παραμένει ακόμα ανέπαφο όπως τη στιγμή που χτίστηκε, πριν από δεκάδες χρόνια. Αυτό έγινε επειδή το Δασαρχείο Κυνουρίας δεν έδωσε άδεια κοπής πουρναριών και καύσης του καμινιού, επειδή στην περιοχή πλησίον αυτού είχαν εκριζωθεί οι αφάνες για καύση άλλων καμινιών και οι εργάτες ήθελαν να κόψουν πουρνάρια. Αξίζει κανείς να το επισκεφθεί και  ιδίως να παρατηρήσει τον εσωτερικό χώρο του.

Τα παραπάνω Ασβεστοκάμινα λειτούργησαν από συστάσεως του χωριού μας, έως και τα μέσα της δεκαετίας 1950. Καθένα απ’ αυτά κάηκε αρκετές φορές κι απ’ την ίδια ομάδα εργατών, σύμφωνα με τους άγραφους νόμους των Καμινιαραίων. Όταν δεν υπήρχε πλέον αφάνα  στον τόπο πλησίον ενός καμινιού, πήγαιναν σε άλλο και ύστερα από χρόνια που φούντωνε  η αφάνα επέστρεφαν πάλι στο ίδιο και το ξανάκαιγαν, κ.ο.κ.

ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΑΣΒΕΣΤΟΚΑΜΙΝΩΝ

Δεκατέσσερα (14) ασβεστοκάμινα καταφέραμε και αριθμήσαμε στην περιοχή της ΑγιαΣοφιάς, χωρίς ν’ αποκλείεται το ενδεχόμενο να υπάρχουν κι άλλα ακόμα των οποίων τα ίχνη έχουν χαθεί μέσα στις πυκνές συστάδες πουρναριών. Τα περισσότερα βρίσκονται εκατέρωθεν του ημιονικού δρόμου της Λαγκάδας.

Θα αναφέρουμε αυτά και τις τοποθεσίες που ήταν χτισμένα, ασχέτως αν μόνο λίγοι αναγνώστες κατανοήσουν την ακριβή θέση αυτών. Βλέπετε και η ΑγιαΣοφιά έχει τα δικά της τοπωνύμια. Δεν έχει καμία σημασία, αλλά θα το κάνουμε για να μη σβήσουν στο φευγαλέο πέρασμα του χρόνου. Να μείνουν κάπου γραμμένα:

Της Εκκλησιάς το καμίνι, βρισκόταν στο λιβάδι δυτικά και πάνω απ’ την παλαιά οικία Παναγιώτη ΡΟΥΝΗ. Απ’ αυτό το καμίνι που ήταν το παλαιότερο, χρησιμοποιήθηκε ασβέστης για την κατασκευή της Εκκλησίας του χωριού μας το έτος 1879.

Το φορτωμένο καμίνι, βρίσκεται παραπλεύρως και δυτικά του δρόμου της Λαγκάδας, λίγο πριν την ομβροδεξαμενή. Είναι άκαυτο και παραμένει ανέπαφο όπως όταν χτίστηκε.

Το κάτω καμίνι, βρισκόταν κάτω από το φορτωμένο καμίνι, ανατολικά του δρόμου της Λαγκάδας.

Το μεσιανό καμίνι, δυτικά από το δρόμο της Λαγκάδας, πλησίον αυτού, χαμηλά στο ποτάμι.

Του Γκούμα το καμίνι, το οποίο βρισκόταν στην περιοχή Ροϊνά.

Του Ντούνη το καμίνι, το οποίο βρισκόταν ανατολικά και πλησίον του δρόμου Άστρους  – Τριπόλεως, στην περιοχή Ντούνη.

Στην Απάνω Κοδέλα, δυτικά του δρόμου της Λαγκάδας, πλησίον στο μεσιανό καμίνι.

Στα Κοτρωνάκια, δυτικά του δρόμου της Λαγκάδας, στην ομώνυμη τοποθεσία, λίγο πριν την υπάρχουσα σημερινή στρούγκα.

Στου Μπαρμπουλέτου, δυτικά απ’ την περιοχή Πετράλωνα, μέσα στο πυκνό λιβάδι. Αξίζει κανείς να το επισκεφθεί, είναι το πιο μικρό και πιο όμορφο απ’ όλα.

Στα Χωραφούλια, δυτικά απ’ την περιοχή Πετράλωνα και πιο ψηλά απ’ το λιβάδι του χωριού.

Στου Πέτρου τη λάκκα, ψηλά στην κορυφογραμμή της Αχλάδας, στα όρια του Δραγουνιού. Βρισκόταν σε χωράφι ιδιοκτησίας Πέτρου ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ.

Στη Σούδα του Τσιούλου, πάνω απ’ το βουνό Βοϊβοντάκι.

Στα Ζηνιά, ανατολικά της κορυφής της Μπαστούνας στα όρια σχεδόν του Δραγουνιού. Εκεί βρίσκονται δύο καμίνια, το ένα παραπλεύρως στο άλλο, καθώς υπάρχουν και άλλα περισσότερα αλλά στα όρια του Δραγουνιού.

Σχεδόν όλα τα παραπάνω βρίσκονταν μέσα σε χωράφια ιδιοκτησίας των κατοίκων του χωριού μας, οι οποίοι τα νοίκιαζαν στους Καμινιαραίους.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ  

Ας δούμε όμως πως λειτουργούσε ένα καμίνι και πως γινόταν η ασβεστοποίηση της πέτρας. Κατ’ αρχήν οι Καμινιαραίοι έπρεπε να εξασφαλίσουν από το αρμόδιο Δασαρχείο άδεια καύσης του καμινιού. Δύο (2) εργάτες έκαναν βάρδια, ο τροφοδότης κι ο ταϊστής. Ο τροφοδότης έφερνε τις αφάνες μπροστά στην πόρτα κι ο ταϊστής τις έριχνε από την πόρτα μέσα στο καμίνι, με σκοπό να κρατά σταθερή τη φωτιά και τη θερμοκρασία. Η εστία της φωτιάς έκαιγε επί πέντε (5) σχεδόν μερόνυχτα, συνεχώς. Οι πέτρες του καμινιού προς ασβεστοποίηση ήταν αυτές που βρίσκονταν στο φόρτωμα, στον τρούλο δηλαδή του καμινιού. Αυτές άλλωστε δέχονταν και τη μεγαλύτερη θερμαντική ενέργεια. Μετά τις πρώτες ώρες λειτουργίας άρχιζαν κι αυτές να κοκκινίζουν και να εκπέμπουν μικρές φλόγες. Η θερμοκρασία έφτανε περί τους 1000ο Κελσίου.

Το κάψιμο του καμινιού διαρκούσε πέντε (5) περίπου μερόνυχτα ή και περισσότερο. Οι ώρες αυτές ήταν κοπιαστικές και γεμάτες άγχος. Αν έπιανε δυνατή βροχή και διαρκούσε μέρες, το καμίνι κινδύνευε να μείνει άκαφτο, δηλ. να μην ασβεστοποιηθούν όλες οι πέτρες. Ακόμα υπήρχε ο κίνδυνος κατά τη διάρκεια της καύσης να γκρεμιστεί, λόγω μετατόπισης κέντρου βάρους εξαιτίας της θερμότητας. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, σήμαινε κυριολεκτικά καταστροφή, χαμένος χρόνος και κόπος και φυσικά χρεοκοπία. Γι αυτό η τέχνη του Καμινιαραίου ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, αλλά και θαυμαστή.

Μετά από τρία (3) μερόνυχτα συνεχούς καύσης, το φορτίο του καμινιού, οι πέτρες δηλαδή του τρούλου μαλάκωναν κι άρχιζε σταδιακά η συρρίκνωση αυτών, άρχιζαν δηλαδή σιγά σιγά να βουλιάζουν. Η θερμοκρασία των 1000ο Κελσίου τους αφαιρούσε τον άνθρακα, τις ασβεστοποιούσε και τις έκανε τόσο μαλακές ώστε η μία ακουμπούσε πάνω στην άλλη. Έτσι έκλειναν όλα τα κενά που υπήρχαν κατά το χτίσιμο. Στο τέλος ο τρούλος βυθιζόταν αρκετά χαμηλά, ενώ από τις ασβεστοποιημένες πέτρες του τρούλου έβγαιναν ροδόχρωμες μικρές φλογίτσες.

Στον εσωτερικό χώρο του Καμινιού κι απέναντι σχεδόν από την πόρτα, υπήρχε ένα σημείο που το έλεγαν μάτι. Ήταν το σημείο εκείνο που έδειχνε αν το καμίνι είχε καεί εντελώς. Εκεί οι πέτρες είχαν χτιστεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε μετά από τέλεια καύση έπρεπε να είναι ενωμένες μαζί τους, να αποτελούν ένα σώμα και το χρώμα τους να είναι ροδόλευκο.

Μετά το τέλος της καύσης άρχιζε το ξεκαμίνιασμα. Οι καμινιαραίοι αφαιρούσαν με πολύ προσοχή και με σειρά τις ασβεστοποιημένες πέτρες του τρούλου. Τις τοποθετούσαν μέσα σε σακιά, τις φόρτωναν σε μουλάρια και τις διοχέτευαν στην αγορά. Συγκεκριμένα ανηφόριζαν στην περιοχή «Αχλάδα», από ημιονικό δρόμο που υπήρχε παλιά εκεί και κατέβαιναν στης «Παπαδιάς τη Βρύση» (περιοχή ανάμεσα Δραγούνι και Κούβλη). Εκεί ο ασβέστης παραλαμβάνονταν από εμπόρους, φορτωνόταν σε φορτηγά αυτοκίνητα και κατέληγε στην αγορά της Τρίπολης, των Αθηνών και άλλων πόλεων. Χιλιάδες τόνοι ασβεστοποιημένης πέτρας από την ΑγιαΣοφιά, χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση σπιτιών και κτιριακών συγκροτημάτων σε όλη την περιοχή.

2

ΩΦΕΛΗ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Η ύπαρξη και λειτουργία των Ασβεστοκάμινων στο χωριό μας, συνέβαλε μέγιστα στην ανάπτυξη της οικονομίας και της καλυτέρευσης του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων.

Αρκετοί ΑγιαΣοφίτες εργάστηκαν σε αυτά κόβοντας και κουβαλώντας επί το πλείστον αφάνες και πουρνάρια, εξασφαλίζοντας έτσι ένα ικανοποιητικό ημερομίσθιο για την εποχή εκείνη. Πολλοί άλλοι εργάστηκαν σε αυτά και ως καμινιαραίοι, αφού σιγά σιγά με την πάροδο του χρόνου, κοντά στους Καστανιτσιώτες, έμαθαν τα μυστικά της τέχνης. Όπως ο Σταύρος Γ. ΣΙΑΒΕΛΗΣ, ο Χρήστος Γ. ΣΙΑΒΕΛΗΣ, ο Βασίλης Δ. ΛΑΜΠΙΡΗΣ , ο Γιάννης Δ. ΛΑΜΠΙΡΗΣ (Κουμαναίοι),  ο Σοφιανός Χ. ΣΙΑΒΕΛΗΣ, ο Γιάννης Χ. ΣΙΑΒΕΛΗΣ και ορισμένοι άλλοι. Αρκετές ομάδες καμινιαραίων που δεν είχαν εξασφαλίσει πρόχειρο κατάλυμα στο βουνό (λόντζες) όπως άλλοι, κατά καιρούς διέμεναν στο σπίτι του Σοφιανού Χ. ΣΙΑΒΕΛΗ, στα Σιαβελιάνικα.

Ορισμένοι μάλιστα απ’ τους εργάτες του χωριού μας, λειτούργησαν κι οι ίδιοι μικρά Ασβεστοκάμινα, εξασφαλίζοντας ένα καλό εισόδημα για την εποχή εκείνη. Τ’ αδέλφια Ιωάννης και Βασίλειος ΛΑΜΠΙΡΗΣ του Δημητρίου (Κουμαναίοι), λειτούργησαν γι αρκετά χρόνια το καμίνι στου Μπαρμπουλέτου, ενώ ο Σταύρος Γ. ΣΙΑΒΕΛΗΣ με τον πατέρα του, λειτούργησαν το καμίνι στα Χωραφούλια.

Σημαντικό επίσης ήταν και το όφελος της κοινότητας του χωριού μας, αφού και αυτή εξασφάλιζε δικαιώματα (απ’ το ίδιο προϊόν, κατά την καύση κάθε καμινιού). Οι Καμινιαραίοι κάθε φορά, εναπόθεταν συγκεκριμένη ποσότητα ασβέστη σε μία απ’ τις τρεις (3) μεγάλες ασβεστόγουβες (λάκκοι με ασβέστη) οι οποίες βρίσκονταν στο σημείο Λογκά της ρεματιάς. Τις θυμάται κανείς; Από κει προμηθεύονταν ασβέστη οι κάτοικοι του χωριού με ανάλογη σειρά για το χτίσιμο των σπιτιών.

Επίσης σημαντικά ήταν και τα οφέλη των ιδιοκτητών των χωραφιών, μέσα στα οποία βρίσκονταν τα ασβεστοκάμινα. Οι καμινιαραίοι εξασφάλιζαν πρώτα τη συγκατάθεσή τους,  καταβάλλοντας τους κάποιο ποσό για ενοίκιο. Οι οικογένειες που νοίκιαζαν χωράφια μέσα στα οποία βρίσκονταν τα ασβεστοκάμινα, ήταν Λαμπιραίοι, Σιαβελαίοι, Φαρμασωναίοι και ο Πέτρος Αντωνάκος.

Τα χρόνια όμως πέρασαν, τα καμίνια έπαψαν να λειτουργούν κι οι Καστανιτσιώτες καμινιαραίοι εγκατέλειψαν εδώ και δεκάδες χρόνια το χωριό μας. Οι άσπροι πυκνοί καπνοί πέρα στις βουνοπλαγιές, δεν υψώνονται πια όπως άλλοτε στον ουρανό. Εκεί που άλλοτε έσφυζε η ζωή, σήμερα υπάρχουν μόνο διάσπαρτα ερείπια. Μοναδική τους συντροφιά  τ’ αγρίμια και το σφύριγμα των παγερών βοριάδων.

Ερείπια κι ερημιά.

Έστω ερείπια, για να θυμίζουν στους νεώτερους περιπατητές, τη σοφία, την ευρηματικότητα και το μόχθο των παλαιοτέρων.

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Ιστορικά. Βάλτε στα αγαπημένα σας αυτόν τον σύνδεσμο.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
Ιστοσελίδα

Εισάγετε το αποτέλεσμα της πράξης παρακάτω, αποδείτε ότι δεν είστε ρομπότ *