Τα αμαξάκια της Τριπολιτσάς.

Σημαντικό κομμάτι της ζωής μας, όπως και των γονιών μας, ήταν οι συχνές επισκέψεις στην πρωτεύουσα του Νομού, την Τρίπολη, από τις οποίες, κάθε φορά, αποκομίζαμε σημαντικές εντυπώσεις.

Οι επισκέψεις αυτές, γίνονταν σε μηνιαία βάση, συνήθως με  ΄κείνο το 32άρι λεωφορείο, που ξεκινούσε από την πλατεία του χωριού μας και στάθμευε στην οδό Μεταμορφώσεως, στο παλιό ΚΤΕΛ, απέναντι από του Λάκη το Ζαχαροπλαστείο.

Θυμόμαστε την έντονη αποπνικτική ατμόσφαιρα που επικρατούσε μέσα σε αυτό, την έντονη τσιγαρίλα, ως και εκείνες τις μικρές γυαλιστερές πινακίδες «Απαγορεύεται το πτύειν»…..!

Στα πρώτα παιδικά μας χρόνια, τα παραπάνω «ταξίδια» γίνονταν μαζί με τον πατέρα, πιασμένοι πάντα απ’ το χέρι του γι΄ ασφάλεια. Κι αργότερα, σε εφηβική ηλικία, μόνοι μας, για να «αλωνίζουμε» ανενόχλητοι.

Οι εικόνες από την γραφικότητα εκείνης της ιστορικής πόλης, που ακόμα παραμένουν ανεξίτηλα στο νου, είναι πάμπολλες.

Σαν πιο ζωηρές όμως, παραμένουν οι Λούστροι στην Πλατεία Αγ. Βασιλείου, οι αχθοφόροι που έσερναν τα γεμάτα εμπορεύματα καροτσάκια που τριζοβολούσαν στους δρόμους, οι εφημεριδοπώλες με την διαπεραστική πειθήνια τους φωνή, τα μεγάλα εμπορικά καταστήματα και οι Αμαξάδες.

Κυρίως οι Αμαξάδες.

Πολλοί κατά καιρούς τους περιέγραψαν, κι άλλοι προσπάθησαν να το κάνουν.

Μια από τις καλύτερες παραπάνω περιγραφές – ένα ποίημα κυριολεκτικά – ήταν κι αυτή του αείμνηστου Χρυσόστομου ΚΡΙΜΠΑ (1923 – 2016), η οποία δημοσιεύθηκε, πριν από χρόνια, στην τοπική εφημερίδα «ΟΔΟΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ»

« Απέξω από την πλατεία και κοντά στο λίθινο κράσπεδο, υπήρχαν τα γραφικά αμαξάκια. Στη σειρά. Το ένα πίσω από το άλλο. Όλα μόνιππα και περιποιημένα, πολύ περιποιημένα. Άστραφταν από καθαριότητα. Οι κουκούλες τους πτυσσόμενες, μαύρες δερμάτινες. Το χειμώνα κλειστές για το κρύο και τη βροχή. Την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο, ανοιχτές για αέρα καθαρό και περισσότερη θέα δεξιά και αριστερά.

Οι ρόδες μεγάλες ακτινωτές, με χρωματισμένες τις αχτίνες και λαστιχένιο περικάλυμμα στους τροχούς για να μην χαλούν οι δρόμοι και να μην γίνεται θόρυβος.

Το άλογο καλοπερασμένο. Η πέτσα του τσιτωμένη, σα δελφίνι. Άλλο ψαρί, άλλο κοκκινωπό, άλλο καστανόξανθο και πολύ σπάνια μαύρο. Με τα χάμουρά του, τα χαντρολαίμια του. Όλα νοικοκυρεμένα κι όμορφα.

Κι ο αμαξάς πάντα στη θέση του με το καμουτσί στο χέρι, περίμενε τον πελάτη. Το καμουτσί, όχι για να δέρνει το άλογο που το υπεραγαπούσε, αλλά έτσι για να κρατάει το ρυθμό της κίνησης. Οι καμουτσικιές στον αέρα, ελικοειδείς, συμβολικές με αυλακώσεις και οξύτατους ήχους. Μια ιδιότυπη γλώσσα συνεννόησης, ανάμεσα σε άλογο και αμαξηλάτη. Δεν έλειπε και το απαραίτητο αδιάβροχο για τους χειμερινούς μήνες, που οι βροχές ήταν συχνές και ορμητικές.

Κι όταν παρουσιαζόταν ο πελάτης ή οι πελάτες, ένα πλατύ χαμόγελο χαραζόταν στα χείλη του καλοκάγαθου και εξυπηρετικού αμαξά. Με επιδέξιες κινήσεις, με καμάρι και ικανοποίηση ξεκινούσε το όμορφο αμαξάκι για να κάνει τη διατεταγμένη διαδρομή.

Τότε δεν υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα. Ούτε ιδιωτικά, ούτε αγοραία. Αυτά τα τελευταία ήταν ελάχιστα. Κι ούτε που τά ΄χε συνηθίσει ο πολύς κόσμος. Άσε που οι περισσότεροι πήγαιναν με τα πόδια. Ωστόσο όσοι ήθελαν κι είχαν τον τρόπο να πάρουν μεταφορικό μέσο, χρησιμοποιούσαν τα αμαξάκια, που ήσαν και άνετα και γραφικά. Εξάλλου έκαναν και το κομμάτι τους. Ναι είχαμε και τέτοια. Ιδίως με νέους που ήθελαν να επιδειχθούν.

Οι ψυχαγωγικές εκδρομές με αμαξάκια, είχαν για στόχο τους μέρη κάπως κοντινά: δενδροστοιχία, Αγιώργης, αλλά και λίγο πιο μακρινά, όπως στη Κάρτσοβα, Αγιάννη, Άγιο Χαράλαμπο κι αλλού. Οι πρακτικοί στόχοι ήταν ο σιδηροδρομικός σταθμός, οι στρατώνες και κανά κοντινό χωριό.

Ιδιαίτερα και σκόπιμα επιδεικτικές, ήσαν οι διαδρομές με αμαξάκια γύρω στην Πλατεία Άρεως και στην δενδροστοιχία. Ιδιαίτερα όταν είχε κόσμο, τα καλοκαιρινά απογεύματα και τα βραδάκια.

Κι οι αμαξάδες ήξεραν τον καημό των νεαρών πελατών τους και λιγόστευαν την ταχύτητα. Πήγαιναν αργά κι επιδεικτικά. Και χτυπούσαν ρυθμικά με το πόδι τους το καμπανάκι, όχι τόσο να παραμερίσουν οι διαβάτες, όσο για να τους δουν οι περιπατητές. Και όχι όλοι, αλλά οι κοπελιές. Αυτές ήσαν που τους ενδιέφεραν. Γι αυτές γινόταν όλος αυτός ο σαματάς.

Κι ήταν ωραία έτσι. Ήσαν όλα ωραία.

Ωραίοι οι νέοι, ωραίες οι νέες. Ωραίο το άλογο. Ωραίο το αμάξι. Ωραίος κι ο αμαξάς με το αρειμάνιο μουστάκι, την κατανόηση και την προθυμία. Ο αμαξάς με την μεγάλη καρδιά και την αγαθή πονηριά, που ήξερε όλα τα μυστικά των νεαρών. Που μάντευε και θεράπευε με τον επιδέξιο και καρτερικό του τρόπο, όλους τους κρυφούς καημούς και τους σεβντάδες τους.

Ο αμαξάς με το μαστίγιο και τα χαλινάρια που κυριαρχούσε στη ζωή της παλιάς Τριπολιτσάς. Ο συμπαθέστατος αμαξάς ,που με όλο του το συγκρότημα (άλογο και αμάξι) έμοιαζε σαν θριαμβευτής αρματοδρόμος, κάποιας πανάρχαιας ολυμπιακής αναμέτρησης »

1

6

2

3

4

5

 Οι πέντε τελευταίες, κατά σειρά, φωτογραφίες (χωρίς λογότυπο), συγκεντρώθηκαν με επιμέλεια του κ. Χρήστου Ηλ. Μήτσια και δημοσιεύθηκαν, μαζί με σχετικό άρθρο του, στο arcadiaportal.gr

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Ιστορικά. Βάλτε στα αγαπημένα σας αυτόν τον σύνδεσμο.

2 σχόλια στο άρθρο “Τα αμαξάκια της Τριπολιτσάς.

  1. Θυμάμαι πολύ καλά τις άμαξες στην Τρίπολη. Ζω ακόμα με το παράπονο ότι ποτέ δεν με είχαν βάλει σε άμαξα. Προφανώς κόστιζε.

  2. Ήταν η εποχή της δεκαετίας του 1950 και 1960 που μόνο αμαξάκια στέκονταν περιμετρικά της πλατείας του ΑγιοΒασίλη. Οι αμαξάδες περίμεναν να πάρουν καμμιά «κούρσα» μέχρι στο σιδηροδρομικό σταθμό, την πλατεία Άρεως και τις άλλες απομακρυσμένες συνοικίες της πόλης.Οι πεταλιές των αλόγων και το ποδοκίνητο κουδούνι των αμαξών αντηχούσαν στους δρόμους της ,ενώ τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν ήταν ελάχιστα.Και εμείς λιλιπούτειοι επισκέπτες, πιασμένοι από το χέρι των γονιών μας τα χαζεύαμε και ζητούσαμε να σκαρφαλώσουμε πάνω τους.Μια φορά μόνο μας έγινε το χατήρι και ταξιδέψαμε από την πλατεία του Αγίου Δημητρίου μέχρι το σταθμό του τραίνου για να γυρίσουμε πάλι στη Μάσκλινα .Ανέμελα και όμορφα χρόνια που πέρασαν ανεπιστρεπτί!!!!!!!!!!

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
Ιστοσελίδα

Εισάγετε το αποτέλεσμα της πράξης παρακάτω, αποδείτε ότι δεν είστε ρομπότ *