Oι αφανείς ήρωες του έπους 1940. Τα μουλάρια

Για την τεράστια προσφορά των μουλαριών και των άλλων μόνοπλων ζώων (ίππων και όνων), στο Αλβανικό Μέτωπο, κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, πρωτοακούσαμε από τον συντοπίτη μας, Υπολοχαγό ε.α. Κυριάκο Μπακούρη, ο οποίος υπηρετούσε στο 2ο Σύνταγμα Ιππικού που έδρευε στη Λάρισα. Ως Πρόεδρος Επιτροπής Επιτάξεων κτηνών, είχε συγκλονιστικές μαρτυρίες και αναμνήσεις για το παραπάνω θέμα, τις οποίες όταν κάθε φορά έκθετε, προκαλούσε την προσοχή και άκρατο ενδιαφέρον μας.

Ο Πόλεμος του 1940 τον βρήκε να υπηρετεί σε Τάγμα Επιτάξεων στη Λάρισα, φέροντας το βαθμό του Υπολοχαγού. Ως Πρόεδρος Επιτροπής επιτάξεως κτηνών για τα Αλβανικά βουνά, είχε συγκεντρώσει μεγάλη εξουσία στα χέρια του. Αυτός, ήταν ένας απ΄ τους τελικούς αποδέκτες εγγράφων, τα οποία απέστελλαν οι Δήμαρχοι και οι Πρόεδροι της κάθε Κοινότητας, σχετικά με τα ζώα (μουλάρια επί το πλείστον), που έπρεπε να οδηγηθούν σε ειδικούς χώρους για επίταξη, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο Μέτωπο.

Χαρακτηριστικά είναι το απόσπασμα από την επιστολή του Προέδρου της Κοινότητας Δεσφίνης ΠΑΡΝΑΣΣΙΔΟΣ, (παρατίθεται αυτούσια πιο κάτω), ο οποίος, δια μέσω αυτής της επιστολής, κατέβαλλε προσπάθειες, ώστε να μην οδηγηθούν όλα τα ζώα στο Μέτωπο, αλλά να μείνουν και μερικά σε αυτό, για τις δουλειές του χωριού.

« η προσαγωγή των εν λόγω κτηνών εις τοσαύτην μέχρι Αμφίσης απόστασιν και μάλιστα υπό τας σημερινάς καιρικάς συνθήκας, λαμβανομένου υπ’ όψιν της στρατεύσεως πολλών κατόχων αυτών και ότι πρόκειται περί αχρήστων επιπλέον και ανήλικων ζώων, αλλά και περί όνων και αλωνιστικών ίππων, αγελαίων (λακινιάρικα), κρίνεται εις άκρον δυσχερής. Πολλαί γυναίκες θηλάζουσαι τέκνα και είναι πολύ δύσκολο να προσαγάγωσιν αι ίδιαι αυτόθι τα ζώα, αλλ’ ούτε και ν’ αποστείλωσι δι άλλων ταύτα είναι εύκολον……….. Προσθέτωμεν ότι η οδήγησις αυτόθι των αλωνιστικών ίππων, ως αγρίων και σχετικά, κρίνεται παρά των κατόχων από πολλών απόψεων δυσκολοτάτη και παρακαλούμε όπως και επ’ αυτού τύχωμεν απαντήσεώς σας »

Εν Δεσφίνη τη 12 Φεβρουαρίου 1941

Ο Πρόεδρος της Κοινότητας

Ανδρέας Γ. Παπαγεωργίου

Κ. Μπακούρης

1

1α

1β

2

Ύστερα, για την προσφορά των μουλαριών στο Αλβανικό Μέτωπο, πληροφορηθήκαμε και από τους γονείς και παππούδες μας, οι οποίοι, είκοσι εννέα (29) από αυτούς από το χωριό μας (Aγία Σοφία), προσέφεραν τις Υπηρεσίες τους στο Μέτωπο, κατά το έπος του 1940.

Τα μόνοπλα (γαϊδούρια, μουλάρια και άλογα), κυρίως όμως τα μουλάρια, ήταν η κινητήρια δύναμη του Ελληνικού Στρατού. Πίσω από αυτά, υπήρχε ένας ολόκληρος ανθρώπινος μηχανισμός, που φρόντιζε για τη διατροφή τους, το πετάλωμα, τα σαμάρια, τα χαλινάρια, τους αναβολείς, ακόμη και για αδιάβροχα και κουβέρτες για την προστασία τους, καθώς και για τον εξοπλισμό τους με ειδικούς ιμάντες για την μεταφορά όπλων, όλμων, κανονιών και άλλων πυρομαχικών.

Oι μονάδες στις οποίες υπάγονταν τα μουλάρια, ήταν οι Λόχοι Ορεινών Μεταφορών και στη στρατιωτική ονομασία λέγονταν χάριν συντομίας, Λ.Ο.Μ. Συνήθως το κάθε μουλάρι είχε ως υπεύθυνο φροντιστή, ένα φαντάρο, ο οποίος φρόντιζε για τη διατροφή του ζώου, τον καθαρισμό του, τη φόρτωσή του, το ξεφόρτωμά του και ανάφερε για την ανάγκη πεταλώματος, κτηνιατρικού ελέγχου, ή άλλων φροντίδων. Οι άνδρες αυτοί, φρόντιζαν ιδιαίτερα και για την καθαριότητα του ζώου. Κατά τις επιθεωρήσεις του Λόχου, ο υπεύθυνος αξιωματικός που περνούσε μπροστά από τον ημιονηγό (μουλαρά), κρατούσε ένα λευκό μαντήλι και δοκίμαζε να δει πόσο καθαρό είναι το ζώο, τρίβοντάς το στο σώμα του!

Ο συγγραφέας, Άγγελος Τερζάκης, στο βιβλίο του «ΑΠΡΙΛΗΣ», τονίζει με υπερηφάνεια αλλά και πικρία, ότι τον πόλεμο του ΄40 οι Έλληνες «τον έβγαλαν πέρα με τα ίδια μέσα του 1912, το φανταράκι, το πεζό και το μουλαράκι». Μ” αυτά πολέμησαν τους πολιτισμένους επιδρομείς, οι οποίοι διέθεταν φοβερά, για την εποχή, πολεμικά μηχανοκίνητα μέσα. (Τερζάκης Άγγελος «ΑΠΡΙΛΗΣ» Αθήνα 1946)

Το Γενικό Επιτελείο Στρατού, μας πληροφορεί ότι 125.000 άλογα και μουλάρια, είχαν επιταχθεί μέχρι τις 13 Νοεμβρίου 1940. «Άπασαι αι ανωτέρω μονάδες του τε προς Αλβανίαν και Βουλγαρίαν θεάτρου επιχειρήσεως, μετά των μη μεραρχιακών τοιούτω και των εν γένει υπηρεσιών, ανήρχοντο περίπου εις 300.000 άνδρας και 125.000 κτήνη». (Δ.Ι.Σ./Γ.Ε.Σ. «Ο ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ – Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ» Αθήναι 1960)

Αυτά τα ζώα του αλβανικού μετώπου, που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά κυρίως όπλων και πυρομαχικών, πάνω στα δύσβατα βουνά της Αλβανίας και υπό τις πιο αντίξοες καιρικές συνθήκες, έγραψαν τις δικές τους σελίδες δόξας, μαζί με τους ηρωικούς ημιονηγούς τους (μουλαράδες) που ξεχάστηκαν, ως φαίνεται, από όλους μας.

Ο πόλεμος με την Ιταλία κόστισε στην Ελλάδα περίπου 13.600 στρατιώτες νεκρούς, ενώ χιλιάδες έμειναν ανάπηροι για όλη τους τη ζωή, από κρυοπαγήματα και σοβαρούς τραυματισμούς. Και όπως ήταν φυσικό, άφησε πίσω του χιλιάδες ορφανά ανήλικα παιδιά και έρημες οικογένειες, χωρίς στήριγμα που δυστυχώς έπεσαν θύματα ανθρώπινης εκμετάλλευσης.

Θύματα όμως του παραπάνω πολέμου υπήρξαν τα άλογα και τα μουλάρια, οι αχώριστοι σύντροφοι και βοηθοί του ανθρώπου της υπαίθρου, που επιτάχθηκαν από τον στρατό για να μεταφέρουν τα εφόδια στην πρώτη γραμμή. Πολλά απ” αυτά τα ηρωικά ζώα γκρεμίστηκαν κατά το διάβα τους, σε βαθιές χαράδρες, ή σκοτώθηκαν από τα εχθρικά πυρά, ή δεν άντεξαν στην πείνα και στις αφάνταστες κακουχίες.

Πολύ λίγα ζώα γύρισαν πίσω. Και όσα από αυτά γύρισαν, τα περισσότερα ήταν σακάτικα, καχεκτικά με λίγη ζωή μέσα τους. Αυτά τα ηρωικά ζώα, υπερήφανα, ακούραστα, μουσκεμένα από την βροχή και το χιόνι μετέφεραν τρόφιμα και πυρομαχικά στον μαχόμενο Στρατό μας. Και οι στρατιώτες – ημιονηγοί, έκλαιγαν σαν μικρά παιδιά, όταν έχαναν τους πιστούς αυτούς συντρόφους τους.

Ανατρέχοντας σε διάφορες βιβλιογραφικές πηγές, πληροφορούμεθα σχετικές μαρτυρίες στρατιωτών που γύρισαν από το μέτωπο: «…Όλο νύχτα βαδίζαμε οι μεταγωγικοί, μην μας δουν τ” αεροπλάνα και το πρωί σκοτώναμε όσα μουλάρια σακατεύονταν στους γκρεμούς. Καρτερούσαν τα καημένα τη σφαίρα σαν το ρωγοβύζι της μάνας τους. Αν έβρισκα δισκοπότηρο πριν τους ρίξω στο ριζάφτι, θα τα μεταλάβαινα. Το χω βάρος. Γκαστρωμένος είμαι μ” ένα λιθάρι εδώ μέσα βαθιά…»  (Από το βιβλίο του Βασίλη Γκουρογιάννη «Ο τελευταίος στρατιώτης της 8ης Μεραρχίας»)

«Σ” ένα χαντάκι, σκεπασμένο με χιόνι, ο Ψαρής μου κόλλησε. Πεινασμένο, μουσκεμένο ως το κόκαλο, ταλαιπωρημένο από το αδιάκοπο τρέξιμο πάνω στα κατσάβραχα, ήταν γραφτό του να μείνει εκεί. Το χάιδεψα λίγο στο σβέρκο και το φίλησα. Και κίνησα. Σε λίγα βήματα γύρισα να ιδώ για τελευταία φορά. Μπορεί να ήταν ζώο, αλλά ήταν σύντροφος στον πόλεμο. Είχαμε δει τόσες φορές μαζί το θάνατο, είχαμε περάσει μαζί μερόνυχτα ζωής, τέτοια που δεν λησμονιέται ποτέ. Και το είδα να με κοιτάζει που έφευγα. Τι ματιά ήταν αυτή βρε παιδιά. Πόσο παράπονο, πόση λύπη φανέρωνε. Μ” έπιασε το κλάμα. Ο πόλεμος δεν αφήνει καιρό για τέτοια. Σε μια στιγμή σκέφτηκα να το σκοτώσω. Δεν βάσταξε όμως η καρδιά μου. Και το άφησα εκεί. Με κοίταζε ώσπου χάθηκα πίσω από τον βράχο».

Ο δεσμός μεταξύ του στρατιώτη και του πιστού τετράποδου συντρόφου του, υπήρξε μοναδικός, όπως καταδεικνύει και το παρακάτω απόσπασμα από ιδιόχειρο σημείωμα που άφησε μαχητής του 1940 επάνω στο σαμάρι ενός σκοτωμένου μουλαριού: «Πολέμησες δίπλα μας νηφάλιο στις άγριες μπόρες του πολέμου κι έπεσες αθόρυβα για τη λευτεριά μας σαν αφανής και αιώνιος στρατηλάτης. Αιωνία σου η μνήμη».

Αυτό που αισθάνονταν και ένοιωθαν εκείνοι οι ημιονηγοί για τα μουλάρια, δεν ήταν αρρωστημένη ζωοφιλία, αλλά αποτέλεσμα μιας πραγματικής ανυπόκριτης αγάπης, που προέρχονταν από την προσφορά αυτών των ζώων προς τον άνθρωπο και από την, μεγάλης διάρκειας, συντροφικότητα κάτω από τις δύσκολες ώρες του πολέμου.

Απ” όσο γνωρίζουμε, ούτε ένα μνημείο δεν έχει αφιερωθεί στους ηρωικούς εκείνους ημιονηγούς και στα ακούραστα μουλάρια και άλογα του Ελληνικού Στρατού, που σήκωσαν και μετέφεραν στις πλάτες τους σημαντικό μέρος από το βάρος του Ελληνοϊταλικού πολέμου.

Η παρούσα αναφορά, ας αποτελεί ένα τέτοιο μνημείο, για τον δικό μας τουλάχιστον τόπο.

2α

6

6α

6β

7

9

10

11

12

13

14

15

16

17

18

19

20

23

24

26

27

28

29

31

32

33

34

35

36

37

38

[Οι παραπάνω φωτογραφίες αποτελούν πνευματικό πόνημα των αείμνηστων φωτογράφων: Δημήτρη Χαρισιάδη (ο οποίος ήταν ένας από τους επίσημους φωτογράφους του Ε.Σ.), Λάζαρου Ακερμανίδη, Γεωργίου Προκοπίου, Δημήτρη Γιάγκογλου, Κυριάκου Κουρμπέτη, Ιωάννη Νισυρίου, Τάσου Μελετόπουλου, Δημήτρη Μελισίδη, Γιάννη Μπίρη, Δήμου Πατρίδη, Πέτρου Πουλίδη, Ευστράτιου Στελίγκου, Βασίλη Τσακιράκη, Δημήτρη Τριανταφύλλου, Σπύρου Τράνακα, Δημήτρη Φλώρου, Δημήτρη  Φωτεινόπουλου, Σπύρου Χαλκίδη, Αδελφών Μεγαλοκονόμου (Κωνσταντινου, Μανώλη και Χαράλαμπου) κ.α. Πολλές από τις παραπάνω φωτογραφίες, βρίσκονται εκτιθέμενες στο Μουσείο Μπενάκη και στο Ελληνικό Πολεμικό Μουσείο].

 

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Ιστορικά. Βάλτε στα αγαπημένα σας αυτόν τον σύνδεσμο.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
Ιστοσελίδα

Εισάγετε το αποτέλεσμα της πράξης παρακάτω, αποδείτε ότι δεν είστε ρομπότ *