Τα «παπαδάκια»

Κάθε φορά που ακούμε τον ρυθμικό ήχο της καμπάνας και κατηφορίζουμε προς την εκκλησιά, ξυπνάνε μέσα μας οι αναμνήσεις από τα παιδικά μας χρόνια.

Και κάθε φορά που ευλαβικά περνάμε την είσοδο του ενοριακού μας ναού για να Λειτουργηθούμε, τούτο αναρωτιόμαστε. Το κάνουμε άραγε μόνο για να πάρουμε την ευλογία του Ιερέα μας, ή μήπως και για να «βιώσουμε» ξανά τις ευχάριστες και νοσταλγικές εικόνες από κείνη την εποχή που ήμασταν ακόμα παιδιά; Και συγκεκριμένα από τότε που διακονούσαμε στον Ιερό Ναό του χωριού μας, προσφέροντας σημαντική βοήθεια στον Ιερέα, μέσα απ’ το Ιερό Βήμα;

Και ήταν ευχάριστα τα συναισθήματα που νιώθαμε τότε, εξαιτίας της ηθικής ικανοποίησης από αυτή την ιερή και ανιδιοτελή προσφορά μας, αλλά και εξαιτίας της μεγάλης κι ευλαβικής συμμετοχής στον εκκλησιασμό των κατοίκων του χωριού μας. Αιτία για να πλημμυρίζει η μικρή κι αθώα μας ψυχή με απερίγραπτα συναισθήματα ευφορίας, αγάπης για τον συνάνθρωπο κι ελπίδας για ένα καλύτερο μέλλον όλων και του χωριού μας.

Κατά την εκτέλεση των «Ιερών» καθηκόντων μας, φορούσαμε ειδικά άμφια, τα οποία μας είχε προμηθεύσει ο αείμνηστος εφημέριος του χωριού παπαΓιώργης Λαμπίρης, ώστε να παρουσιάζουμε ομοιομορφία με τον Ιερέα. Εξαιτίας της ανωτέρω αμφίεσής μας, αλλά και εξαιτίας της σημαντικής βοήθειας που προσφέραμε εντός του Ιερού Βήματος στον Ιερέα, δικαίως όλοι τους (Ιερέας και κάτοικοι), μας αποκαλούσαν «Παπαδάκια». Κι έτσι μείναμε στο χρόνο, ως «Παπαδάκια».

Πως λοιπόν μπορεί κάποιος να ξεχάσει εκείνα τα χρόνια, που όταν κάθε φορά τα ανασύρουμε στο νου, η ψυχή μας γαληνεύει και γεμίζει με τα ίδια, όπως τότε, συναισθήματα.

Σήμερα οι περισσότεροι από μας, οι μαθητές της δεκαετίας 1970, ατενίζοντας απ’ τα στασίδια της εκκλησιάς την αδειανή πλέον αίθουσα του Ιερού Βήματος και βλέποντας τον Ιερέα να πηγαινοέρχεται γρήγορα κι ανήσυχα για ν’ αντεπεξέλθει των καθηκόντων του, διασταυρώνουμε τα βλέμματα, εκφράζοντας λύπη για την παρούσα κατάσταση, αναπολώντας τα περασμένα.

Θυμόμαστε εκείνα τα Κυριακάτικα πρωινά, που ακούγοντας μέσα απ΄ τα στρωσίδια την πρώτη καμπάνα, μας κυρίευε μια περίεργη, έκδηλη κι ανεξήγητη ταραχή, λες και επηρεαζόμασταν από κάποια αόρατη κι ανεξήγητη μυστική δύναμη.

2

Ήτανε Κυριακή, άρχιζε η Λειτουργία, ο παπαΓιώργης ήταν μόνος του στο Ιερό, ήθελε βοήθεια, έπρεπε γρήγορα να ετοιμαστούμε να πάμε στην εκκλησιά, στο Ιερό, για να προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας σ’ αυτόν, με έναν τρόπο τελετουργικό, όπως μας είχε μάθει ο ίδιος και γνωρίζαμε καλά.

Με το που μπαίναμε στον Ιερό Ναό, κι έτριζε απ’ το άνοιγμα η εξώπορτα, ο Ιερέας, με έκδηλη αγωνία στο πρόσωπο, κρυφοκοίταζε απ’ την Ωραία Πύλη, για να δει ποιος έρχεται. Αγωνιούσε για την έγκαιρη προσέλευση των βοηθών του. Οι Ψάλτες, οι Επιτρόποι και τα «Παπαδάκια», έπρεπε να έλθουν πρώτοι, για να τελέσει χωρίς σοβαρό εμπόδιο την Ακολουθία του Όρθρου και της Θείας Λειτουργίας.

Με το που μπαίναμε στο Ιερό, μας έριχνε μια ματιά γεμάτος ικανοποίηση, του φιλούσαμε το χέρι, παίρναμε την ευλογία του, φορούσαμε τα άμφια, κι αρχίζαμε «δουλειά».

Πρώτα έπρεπε να κόψουμε το πρόσφορο σε μικρά κομματάκια και να τυλίξουμε μερικά απ’ αυτά μέσα σε τετράγωνα λευκά χαρτάκια, που θα έπαιρναν στο τέλος της Λειτουργίας όσοι απ’ τους κατοίκους του χωριού γιόρταζαν, το Αντίδωρο και το Ύψωμα αντίστοιχα. Ποτέ μα ποτέ, δεν θα ξεχάσουμε το πόσο νόστιμα ήταν εκείνα τα πρόσφορα. Τα ζυμωμένα που έφερναν οι νοικοκυρές του χωριού δεν μας άρεσαν, όχι. Εμείς θέλαμε τα αγοραστά από τα αρτοποιία της Τρίπολης, εκείνα ήταν πιο γλυκά και πιο μαλακά.

Κάθε πέντε περίπου κομματάκια Αντίδωρο που κόβαμε, το ένα πήγαινε στο στόμα με αστραπιαίες κινήσεις και σε στιγμή που να μην γινόμαστε αντιληπτοί απ’ τον Ιερέα. Αυτό συνέβαινε εκείνο το μικρό χρονικό διάστημα που αυτός έβγαινε στην Ωραία Πύλη, σύμφωνα με όσα επιτάσσει το τελετουργικό της Εκκλησίας μας. Πολλές φορές αντιλαμβάνονταν την αταξία μας και μας κοίταζε στα μάτια. Το ίδιο κάναμε και μεις,  με ιδιαίτερη μάλιστα ψυχραιμία, σταματώντας αμέσως το μάσημα και διώχνοντας τη μπουκιά απ’ το μάγουλο, ώστε να μην φουσκώνει, σα να του λέγαμε: «……..λάθος κάνεις, βλέπεις να μασάω, όχι, άρα δεν τρώω Αντίδωρο…..». Έπρεπε να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας και να μην προδοθούμε, γιατί ή τιμωρία που μας περίμενε ήταν αυστηρή. Βούιζε η εκκλησιά απ’ τα σκαμπίλια και οι δαχτυλιές ήταν για ώρα πολύ αποτυπωμένες στο μάγουλο.

Σε λίγο το Ιερό Βήμα είχε γεμίσει από παιδιά, άλλοτε τέσσερα, πέντε, έως και έξι ακόμα. Παρόλο που και δύο ήταν αρκετά, αυτό δεν ενοχλούσε, αντιθέτως άρεσε στον παπα Γιώργη, γιατί ήθελε όλα τα παιδιά του χωριού να έχουν επαφή με την Εκκλησία και να γνωρίζουν τα καθήκοντά τους.

Όταν έφτανε η ώρα της ανάγνωσης του πρώτου Ευαγγελίου, οι λαμπάδες ήταν έτοιμες. Τα «παπαδάκια» τις είχαν ανάψει και περίμεναν μέσα από τις δύο πόρτες του Ιερού. Με το που έβγαινε ο παπάς με το Ευαγγέλιο στην Ωραία Πύλη, ταυτοχρόνως βγαίναμε και μεις και παίρναμε θέση στον κυρίως ναό μπροστά και εκατέρωθεν στον Ιερέα. Αμέσως οι πόρτες του Ιερού έκλειναν πίσω μας από τ’ άλλα τα παιδιά που ήταν μέσα, όπως και άνοιγαν πάλι ταυτόχρονα για να μπούμε μέσα, μετά το πέρας της ανάγνωσης. Οι κινήσεις αυτές γίνονταν με ιδιαίτερο συγχρονισμό και μαεστρία, που ικανοποιούσαν πιστούς και ιερέα. Κι αυτό συνέβαινε και κατά την έξοδο του Ευαγγελίου και κατά την περιφορά των Αγίων και σε κάθε άλλη περίσταση.

Ένας από μας, ήταν επιφορτισμένος με την ετοιμασία του Θυμιατού. Αχ….. ακόμα νιώθουμε το κάψιμο στα μάτια από τον καπνό που έβγαζε το καρβουνάκι όταν το ανάβαμε. Κι ύστερα τοποθετούσαμε επάνω του ένα σπυρί λιβάνι από το κουτάκι που υπήρχε σ’ ένα γυάλινο ράφι πίσω απ’ την πόρτα του Ιερού. Κάθε λογής λιβάνι έβρισκες εκεί. Εντολή του Ιερέα ήταν τις μεγάλες γιορτές να βάζουμε κόκκινο μοσχολίβανο απ’ το Άγιο Όρος. Μόνο τότε, όχι άλλοτε, γιατί ήταν ακριβό. Έπειτα δίναμε το θυμιατό στον Ιερέα, φιλώντας του κάθε φορά το χέρι για να θυμιάσει. Και ξέραμε πότε. Κατά την ώρα της πρωινής αμφίεσής του, στις ευχές της Προθέσεως, στα Μεγαλυνάρια, στην Δοξολογία, στον Απόστολο, στο Εξαιρέτως, στα Μνημόσυνα και κάθε άλλη φορά που εμείς γνωρίζαμε σαν πραγματικά «παπαδάκια».

3

Στη συνεχεία, αμέτρητες ήταν οι υπηρεσίες μας μέσα στο Ιερό Βήμα.

Έπρεπε το πρωί να πάρουμε απ’ τις γυναίκες τις «Λειτουργίες», διότι απαγορεύονταν αυτές να εισέλθουν στο Ιερό Βήμα, Κι ύστερα, να ξετυλίξουμε το πρόσφορο απ’ την πετσέτα, να ξεχωρίσουμε το κερί, το άναμμα, το λιβάνι, το χαρτί με τις «ψυχές» και τα λίγα ταληροδεκάρικα φιλοδώρημα στον Ιερέα.

Ύστερα ν΄ ανάψουμε τον Πολυέλεο κατά την Δοξολογία, να ζεστάνουμε το Ζέον κατά το «Πιστεύω» και να το δώσουμε στον Ιερέα κατά το «Πάτερ ημών», μέσα στο τσίγκινο φλιτζάνι, ώστε να το ρίξει στο Άγιο Δισκοπότηρο. Να του δώσουμε να ευλογήσει το Αντίδωρο λίγο πριν το «Εξαιρέτως», να κλείσουμε την Θύρα του Ιερού κατά το «Κυρίω Κλίνωμεν» και να την ανοίξουμε πάλι, κατά το «Μετά φόβου Θεού…»

Έπρεπε επίσης, μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, να διαβάσουμε την Θεία Μετάληψη και ύστερα να φάμε και τα υπόλοιπα κομμάτια Αντίδωρο, αυτά που είχαν περισσέψει απ’ τους πιστούς.

Σ’ αυτή την επίπονη και αδιάκοπη εργασία, είχαμε φροντίσει να έχουμε και το διάλειμμα μας. Το είχαμε ατύπως καθορίσει, κατά την ώρα που ο Ιερέας απουσίαζε για ικανό χρονικό διάστημα από το Ιερό Βήμα. Ήταν η ώρα της επεξήγησης του Ευαγγελίου στους πιστούς. Ο παπαΓιώργης είχε μια ωφέλιμη συνήθεια, που εκδήλωνε πάντα μετά το πέρας της ανάγνωσης του Ιερού Ευαγγελίου. Έβγαινε στην Ωραία Πύλη και με κείνο το ιδιόρρυθμο παραστατικό ύφος, πάντα χαμογελαστός, εξηγούσε το περιεχόμενό του, ώστε το βαθύτερο νόημά του, να το εμπεδώσει κι ο μεγαλύτερος γέροντας του χωριού.

Σε κείνο το σύντομο χρονικό διάστημα, είχαμε κανονίσει να σβήνουμε τη δίψα μας απ΄ το πρωινό αντίδωρο, δοκιμάζοντας το περιεχόμενο απ΄ τα μπουκαλάκια με το άναμμα, τα οποία είχε αγοράσει ο παπαΓιώργης απ΄την ποτοποιία του Μπίρη, το κατάστημα του Φέλιου κ.α. καταστήματα της Τρίπολης.

Η κατακόκκινη μαυροδάφνη που περιείχαν και μας είχε τραβήξει την προσοχή απ΄ το πρωί, φαινόταν αρίστης ποιότητος. Πλέναμε το γυάλινο ποτήρι, το γεμίζαμε με άναμμα και το φέρναμε από στόμα σε στόμα όλων μας. Ύστερα αφού καταπίναμε τις γουλιές, αργά αργά για να νιώσουμε περισσότερη ευχαρίστηση, συνεννοούμασταν ανταλλάσσοντας νοήματα και βλέμματα, σα να λέγαμε: «τούτη δεν είναι πολύ γλυκιά…., ίσως από το άλλο μπουκάλι είναι πιο γευστική, για ξαναρίξε να δούμε…….».

Η Λειτουργία τέλειωνε, οι πιστοί έφευγαν, τα παπαδάκια όπως παρέμεναν.

Ο πιο μεγαλύτερος και πιο έμπειρος, έπρεπε να μείνει τελευταίος και να φύγει μαζί με τον παπά. Ήταν αυτός, που με το αναμμένο κερί στο χέρι, συνοδεία του Ιερέα και περπατώντας μπροσά του, μετέβαινε στα σπίτια του χωριού για να κοινωνήσουν οι άρρωστοι γέροντες. Κι όταν κατά τη διάρκεια της διαδρομής το κερί έσβηνε, ζητούσαμε σπίρτα απ’ τον παπαΓιώργη, απάντηση όμως δεν παίρναμε, μόνο μας έκανε ένα νεύμα με το χέρι του να προχωρήσουμε. Μετά μάθαμε, ότι δεν μιλάνε απολύτως σε κανέναν εκείνη την ώρα. Φτάναμε στο σπίτι, ο παπάς ετοίμαζε τη Θεία Κοινωνία και κοινωνούσε τον άρρωστο γέροντα, που με πολύ κόπο κατάφερνε ν’ ανοίξει τα τρεμάμενα χείλη του.

Κι ήμασταν εμείς τα «παπαδάκια», που είχαμε κι αυτό το Θείο προνόμιο, να δούμε από κοντά το βλέμμα του κάθε γέροντα του χωριού μας, λίγο πριν «φύγει» απ’ τη ζωή. Και το βλέμμα αυτό μας έλεγε πολλά. Και όταν μετά από μέρες τον αντικρίζαμε ακίνητο μέσα στο φέρετρο, εν μέσω πολύ κόσμου στη σάλα του σπιτιού, απ’ το μυαλό μας περνούσαν σκέψεις και εικόνες, που ερμηνεύοντας τις, με την αθώα μας ψυχή, έγιναν ωφέλιμες εμπειρίες για τη ζωή μας.

Ήταν τότε, που ο ένας πίσω απ’ τον άλλο, άλλοι κρατώντας τα εξαπτέρυγα κι άλλος το θυμιατό με το λιβάνι στο χέρι, περπατώντας δίπλα στον Ιερέα, συμμετείχαμε σε κείνη τη βουβή πομπή που ανηφόριζε απ΄την εκκλησιά για το σπίτι του νεκρού.

Φτάναμε στο σπίτι. Κόσμος πολύς, που σταματούσε αμέσως τους ψιθύρους κι άνοιγε δρόμο στον παπά με τα «παπαδάκια» που κρατούσαν τα εξαπτέρυγα. Ένας από μας κρατώντας το Θυμιατό, έμπαινε στη σάλα του σπιτιού μαζί με τον Ιερέα, δίπλα στο νεκρό. Σε λίγο η βουβή συνοδεία ξεκινούσε πάλι για την εκκλησιά και τα «παπαδάκια» φτάνοντας εκεί, έπαιρναν περίοπτη θέση γύρω απ’ τον νεκρό, κρατώντας τα εξαπτέρυγα. Κι όλες τούτες οι δραματικές σκηνές του «αποχαιρετισμού» του νεκρού από το πατρικό του και τους οικείους του, καθώς και το τελευταίο αποχαιρετιστήριο ταξίδι του από το σπίτι προς την εκκλησιά, είχε πλημμυρίσει την ευαίσθητη ψυχή μας με συναισθήματα λύπης και φόβου, τα οποία την σμίλεψαν κατάλληλα, έτσι ώστε αργότερα ήμασταν αρκετά ικανοί για να βιώσουμε και να αντέξουμε πολλές δυσκολίες της ζωής…!

Αυτές κι άλλες πολλές, είναι οι εικόνες που παραμένουν ανεξίτηλες στο μυαλό μας από τότε που διακονούσαμε ως «παπαδάκια» στην εκκλησία του χωριού μας.

Περνώντας όμως τα χρόνια, τα κίτρινα άμφια που μας είχε προμηθεύσει ο παπαΓιώργης όλο και γίνονταν κοντύτερα. Τα παιδιά εκείνα, τ’ άλλοτε παπαδάκια του χωριού μας έγιναν άνδρες, κι ο παπα Γιώργης «έφυγε».

Μαζί του έφυγαν σιγά σιγά και τα παπαδάκια, αφού ανταμείφθηκαν πλουσιοπάροχα για το έργο που προσέφεραν στην ενορία του χωριού μας.

Μια ανταμοιβή με αλλιώτικο μέτρο, διαφορετική απ΄ αυτή των ανθρώπων που προσβλέπουν και προσμετρούν μόνο το υλικό έργο. Αυτοί ότι ήταν να λάβουν σε αυτή τη ζωή το έλαβαν, χρήμα, πλούτη, δόξα, έγνοιες κι….. «αρρώστιες».

Για τα παπαδάκια, για τα παιδιά του χωριού, κι όλους όσους προσέφεραν πνευματικό έργο, ισχύει αυτό που είπε ο ίδιος ο Χριστός :  « Να μην περιμένετε καμία ανταμοιβή από τον κόσμο τούτο, παρά μόνο …ζήλια, φθόνο κι αχαριστία. Την ανταμοιβή σας δεν θα  τη λάβετε από τους ανθρώπους…»

Τα παπαδάκια του χωριού μας την ανταμοιβή τους την έλαβαν, ασχέτως αν μερικά απ’ αυτά δεν το αντιλήφθηκαν.

1

2

3

4

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Εκκλησία. Βάλτε στα αγαπημένα σας αυτόν τον σύνδεσμο.

4 σχόλια στο άρθρο “Τα «παπαδάκια»

  1. Ωραίο το άρθρο σας.
    Ο αρθρογράφος προδίδει την ηλικία του από τα συνθετικά καρβουνάκια για το θυμιατό.
    Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 70 βλέπαμε ένα μαγκάλι αναμμένο έξω από την πόρτα του ιερού για να τροφοδοτεί με κάρβουνα το θυμιατό και να ζεσταίνει το μπρίκι με νερό για την θεία κοινωνία.
    Μέχρι τότε οι νοικοκυρές μετέφεραν κάρβουνα από το σπίτι για να βάλουν λιβάνι στα μνήματα με το καρβουνοσίδερο του σιδερώματος.
    «Φέρε μου το ζέον» είχε πει ο πάπα Γιώργης σε παπαδάκι της εποχής μου.
    «Ποιο ζώον παππούλη» αναρωτήθηκε το παπαδάκι.
    Ο παππα Γιώργης μας το ανέφερε στο κατηχητικό, γέλασε μαζί μας, και φρόντισε να μάθουμε τι συμβολίζει το «ζέον ύδωρ»
    https://choratouaxoritou.gr/?p=73580

  2. Μας φέρατε στη μνήμη μας νοσταλγικές εικόνες από το παρελθόν, όταν πηγαίναμε και μεις στο Ιερό του Αη Γιώργη της Μάσκλινας, να βοηθήσουμε τον αείμνηστο παπαΓιάννη το Χάλια.Τι να πρωτοθυμηθούμε, το μαγκάλι με τα κάρβουνα που χρησιμοποιούσαμε να θερμάνουμε τα παγωμένα χέρια μας και να γεμίσουμε με τα αναμμένα κάρβουνα το θυμιατήρι, το μπακιρένιο δοχείο που ρίχναμε το ζεστό νερό το «Ζέον»που το ζεσταίναμε σε μπρίκι στο μαγκάλι για να το δώσουμε στον παπαΓιάννη μετά το «Πάτερ ημών», τις μεταλλικές λαμπάδες με το κερί που κρατούσαμε και ήσαν περίπου στο μπόϊ μας, τα άμφια που φορούσαμε και πολλές φορές τα πατούσαμε γιατί μας έπεφταν μακριά και τόσα άλλα.Σας ευχαριστούμε πολύ για όλα!!!!!!!!!!

  3. Εξαιρετικό διήγημα. Περιγράφει θαυμάσια τα χρόνια της αθωότητάς μας και μας ξαναφέρνει σ΄αυτά, μας κάνει λίγο καλύτερους ανθρώπους. Μπράβο στον συγγραφέα (γιατί δεν αναγράφεται το όνομά του);

  4. Μην ξεχνάμε ότι και τα κοριτσάκια προσέφεραν υπηρεσίες στον ναό μας. μετά το τέλος της θείας λειτουργίας έμεναν και σκούπιζαν την εκκλησία, τακτοποιούσαν τις καρέκλες, και φρόντιζαν γενικά το ναό με την επίβλεψη του Παπά Γιώργη.
    Ήταν περισσότερο θέμα αρχών και παιδείας.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
Ιστοσελίδα

Εισάγετε το αποτέλεσμα της πράξης παρακάτω, αποδείτε ότι δεν είστε ρομπότ *