Aφιέρωμα στη μνήμη του Επιθεωρητή: Βασιλείου Γ. Καραζάνου

Ο Βασίλης ΚΑΡΑΖΑΝΟΣ γεννήθηκε το έτος 1908 στην Αγία Σοφία. Το όνομα ΚΑΡΑΖΑΝΟΣ, είναι ένα από τα εννέα ονόματα των πρώτων οικιστών του χωριού.

Ο πατέρας του, Γιώργος του Αντωνίου Καραζάνου και η μητέρα του Μαρία, το γένος Μιχάλη Γρηγορίου από την Μεσσοράχη Καστρίου.

Ήταν το έσχατο τέκνο της οικογένειας και λίγους μήνες μετά την γέννησή του, ο πατέρας του έφυγε για την Αμερική. Η μοίρα δεν επέτρεψε στον Βασίλη να γνωρίσει τον πατέρα του, αφού ο τελευταίος, το 1920 μία βδομάδα πριν την επιστροφή του στην Ελλάδα, πέθανε εκεί.

Ο Βασίλης μεγάλωσε με τη φτώχεια, που μαζί με την ορφάνια τον ωρίμασαν πιο γρήγορα. Τελείωσε το Σχολαρχείο Καστρίου και το Γυμνάσιο Τρίπολης. Πέτυχε στις εξετάσεις της Νομικής Σχολής Αθηνών και τελείωσε το πρώτο έτος. Λόγοι οικονομικοί τον ανάγκασαν να σταματήσει τη Νομική και να εισαχθεί στην Παιδαγωγική Ακαδημία Λαρίσης.

Πρωτοδιορίστηκε δάσκαλος στο Νομό Σερρών και μέχρι το 1949 εργάστηκε ως δάσκαλος στην Μακεδονία. Κατά την περίοδο αυτή, σπούδασε και τελείωσε την Σχολή της Παιδαγωγικής εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών, της οποίας το πτυχίο ήταν απαραίτητο για προαγωγή στην εκπαίδευση.

Την περίοδο του μεσοπολέμου επηρεάστηκε και συνέπλευσε με τις προοδευτικές ιδέες της εποχής, γεγονός που τον επηρέασε στις επιστημονικές του απόψεις, αφού έγινε σφοδρός υποστηρικτής του δημοτικισμού και της σύγχρονης τότε διδακτικής. Επίσης οι ιδέες του, είχαν συνέπειες και στον πολιτικό του βίο, αφού συμμετείχε ενεργά στους κοινωνικοπολιτικούς αγώνες της δεκαετίας του τριάντα και αφού στην κατοχή συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση και συγκεκριμένα στο Ε.Α.Μ. Θεσσαλονίκης, όπου βοήθησε στην μετακίνηση στελεχών.

Το 1940 επιστρατεύτηκε και πολέμησε στην Αλβανία στο κεντρικό μέτωπο. Το 1949 προήχθη σε Επιθεωρητή και το 1965 σε αναπληρωτής Γενικός Επιθεωρητής.

Κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής του σταδιοδρομίας, αρθρογράφησε σε παιδαγωγικά περιοδικά και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την διδακτική.

Παντρεύτηκε την Ευφροσύνη, το γένος Σταύρου Κουτίβα από το Άστρος και απόκτησε δύο τέκνα τον Γιώργο και την Μαρία.

Συνταξιοδοτήθηκε το 1968 και πέθανε στην Αθήνα το 1992.  Ο Βασίλης Καραζάνος, παρά το ότι μετά τα είκοσί του χρόνια έζησε συνέχεια στις πόλεις, δεν έπαψε να αγαπάει πολύ το χωριό του και τη φύση.

Θυμόταν την ΑγιαΣοφιά και αναπολούσε την ιστορία της, τις καλές και τις κακές της στιγμές.

Θυμόταν τ’ ανεξάντλητα παιχνίδια του στην ρεματιά στους παιδικούς του χρόνους, τα γύρω βουνά και τους παιδικούς του φίλους.

Πάντοτε, ακόμα και μέχρι το τέλος του έλεγε, πότε θα ξαναπερπατήσει στη ρεματιά και στα Ζηνιά, πότε θ’ ανέβει στη Λαγκάδα και πότε θα ξαναπατήσει τα χώματα της γενέτειρας του.

                                       (Από Γεώργιο Καραζάνο του Βασιλείου)

2-Καραζάνος.1

Εμείς οι νεότεροι, έχουμε λιγοστές αναμνήσεις από τον Επιθεωρητή.

Θυμόμαστε, ότι αποτελούσε άκουσμα στο χωριό το γεγονός της άφιξής του και ότι οι γονείς μας, μας μιλούσαν με περίσσιο θαυμασμό γι΄ αυτόν.

Με τον ίδιο τρόπο τον αντιμετώπιζαν κι όλοι οι Αγια Σοφίτες.

Θυμόμαστε επίσης, έναν ψηλό λυγερόκορμο άνδρα με μαύρα γυαλιά που πάντα διάβαζε Εφημερίδα, πότε στο καφενείο και πότε στο σπίτι της Φωτεινής Φαρμασώνη που τον φιλοξενούσε. Ποτέ δεν θα ξεχάσουμε τον γεμάτο αυτοπεποίθηση και επιβλητικό τόνο της ομιλίας του.

 Όλοι σιωπούσαν όταν μίλαγε ο Επιθεωρητής!

Μιας και λοιπόν δεν έχουμε αναμνήσεις, αφιερώνουμε στη μνήμη του ένα απόσπασμα που αναφέρεται σ’ αυτόν, από ένα βιβλίο που υπάρχει στη βιβλιοθήκη μας. Αυτό της Καστρίτισας δασκάλας: Αρετής ΚΑΒΑΣΑΛΗ – ΑΝΑΣΤΟΠΟΥΛΟΥ: «Το Καστρί μιας άλλης εποχής»

Η ανωτέρω, αναφέρεται ως εξής για τον Επιθεωρητή, όταν η ίδια υπηρετούσε ως δασκάλα σε κάποιο χωριό των Σερρών:

« Μια μέρα έφτασε η πληροφορία πως ήρθε στην περιφέρειά μας ο Επιθεωρητής Βασίλειος ΚΑΡΑΖΑΝΟΣ και ζητούσε να μας γνωρίσει. Ζωηρή μένει ακόμα στη μνήμη μου, η πρώτη μου επίσκεψη στο γραφείο του.

– Είμαι η Αρετή Καβάσαλη από το σχολείο του Αγίου  Πνεύματος, του συστήθηκα

 – Η καταγωγή σας; ζήτησε να μάθει.

 – Από το Καστρί της Κυνουρίας.

    Χαμογέλασε.

  – Έλα κάθισε Αρετή.

Στην απορία που φανέρωναν τα μάτια μου, μου εξήγησε πως είμαστε πατριώτες.

– Το σπίτι του παππού μου, άρχισε να μου λέει, ήταν κάπου εκεί στα Λαμπιραίικα. Μαζί με άλλους μετοικήσαμε στην Αγία Σοφία. Εγώ εκεί έχω γεννηθεί. Το σπίτι μου είναι πολύ όμορφο. Δεν ξεχνώ το μικρό παραθυράκι που υπάρχει στην ανατολική πλευρά. Εκεί είχε το ακόνι ο πατέρας μου και ακόνιζε τα μαχαίρια μας. Όταν μεγαλώσει ο γιός μου, που τώρα γεννήθηκε, θα τον παρακαλέσω, αν κάνει ποτέ αναπαλαίωση στο σπίτι, να μη μου χαλάσει το παραθυράκι αυτό. Το σπίτι μου, Αρετή, «το πατρικό κι ας το πατούν οι ξένοι. Στοιχειό είναι και με καλεί, στοιχειό και με προσμένει»

Η νοσταλγία με φέρνει πάντα κοντά του, κι ας έχω χρόνια που ζω μακριά του.

Ήταν πάντα καλός, σε όλους τους πατριώτες της ευρύτερης περιοχής. Όταν κάποιος πατριώτης βρισκόταν στην πόλη και περνούσε από το γραφείο του, τον κρατούσε για φαγητό και παρέα.

Το ενδιαφέρον του και η αγάπη του απλωνόταν σε όλους τους δασκάλους. Επιθυμούσε το επαγγελματικό τους ανέβασμα και γενικά την πρόοδό τους.

Κάποια μέρα πληροφορήθηκε πως μία δασκάλα της περιοχής, επρόκειτο να παντρευτεί ένα βουκόλο. Έμπλεξε άσχημα μαζί του χωρίς να το καταλάβει. Αμέσως βρέθηκε δίπλα της

Έφερε τον πατέρα της από το χωριό, τη φρόντισε, τη βοήθησε, την «ελευθέρωσε», της έδωσε αμέσως μετάθεση και η δασκάλα τον ευγνωμονούσε για όλη της τη ζωή

Έκανε συχνά συνέδρια για ν’ ανεβάσει το επιστημονικό κι επαγγελματικό επίπεδο των δασκάλων. Μετά τη λήξη ενός τέτοιου συνεδρίου της περιοχής μου, βρέθηκα κι εγώ εκεί.

Μετά την κατάθεση του στεφάνου στο μνημείο πεσόντων, ακολούθησε προσκλητήριο των πεσόντων.

Ένας δάσκαλος εκφωνούσε έναν έναν ήρωα, κι ο Καραζάνος αναφωνούσε:

«Απών. Έπεσε υπέρ Πατρίδος» κάνοντας τους δασκάλους να ριγούν από πατριωτική υπερηφάνεια και να ζουν ανεπανάληπτες στιγμές πατριωτικού μεγαλείου. Ήταν ακόμα νωπό το αίμα πολλών παλικαριών που πότισαν το χώμα της ηρωικής Ελλάδας.

Ήταν πάντα προσιτός και συγκαταβατικός.

Αλίμονο όμως σε κείνον, που μπαίνοντας μέσα στο γραφείο του κρατούσε κάποιο δέμα, κάποιο δώρο.

Έφυγε από την περιοχή εκείνη με άδεια χέρια, αφήνοντας στις καρδιές των δασκάλων όμορφες αναμνήσεις και αισθήματα ευγνωμοσύνης.»   

1

2

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Ιστορικά. Βάλτε στα αγαπημένα σας αυτόν τον σύνδεσμο.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
Ιστοσελίδα

Εισάγετε το αποτέλεσμα της πράξης παρακάτω, αποδείτε ότι δεν είστε ρομπότ *